Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Η επιστροφή στη Μνα

Τον τελευταίο καιρό γίνεται όλο πιο συχνά συζήτηση περί επιστροφής στο εθνικό νόμισμα. Όταν ξεκίνησε η τρέχουσα περιπέτεια της Χώρας, ανεπίσημα με τις δηλώσεις περί «Τιτανικού» και επίσημα με την υπογραφή της Δανειακής Σύμβασης και του Μνημονίου, η σχετική συζήτηση γινόταν μόνο στο διαδίκτυο και ουδείς «καθεστωτικός», πολλώ δε μάλλον «μνημονιακός», πόλος είχε τη διάθεση να κάνει το παραμικρό σχόλιο επ’ αυτού. Ωστόσο, η συζήτηση αυτού του «απαγορευμένου θέματος» άρχισε να φουντώνει και να απασχολεί πλέον και όλους όσοι δεν ήθελαν αρχικά καν να το συζητήσουν, καθώς τα αδιέξοδα της «μνημονιακής» πολιτικής παγιώνονταν και δημιουργήθηκε πλέον η πεποίθηση στην κοινή γνώμη ότι το μέλλον είναι ζοφερό (100% του λαού σήμερα σύμφωνα με τη τελευταία δημοσκόπηση) η δε «πτώχευση» (ή ορθότερα η αθέτηση ή έστω στάση πληρωμών του Ελληνικού Δημοσίου), έστω και μερική, είναι αναπόφευκτη παρά τα εξοντωτικά μέτρα και την συμπλήρωση ήδη σχεδόν τεσσάρων χρόνων (!) βαθιάς και κλιμακούμενης ύφεσης στην ελληνική οικονομία χωρίς καμία ελπίδα ανάκαμψης στον ορίζοντα. Αυτό είχε να συμβεί στην Ελλάδα από την (προηγούμενη) Κατοχή.




Η στάση που τηρείται έναντι του κεντρικού αυτού ζητήματος συνδέεται άρρηκτα με τη στάση που τηρεί κανείς έναντι της πολιτικής του Μνημονίου, η οποία με τη σειρά της συνοψίζεται στο τρίπτυχο «μείωση κρατικών δαπανών με κάθε κόστος - περιορισμός του πρωτογενούς (προ τοκοχρεωλυσίων) ελλείμματος του ελληνικού κρατικού προϋπολογισμού με κάθε κόστος - «αξιοποίηση» της κρατικής περιουσίας και ιδιωτικοποιήσεις υποδομών και επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας προς μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους σε οποιαδήποτε αξία». Έτσι, η επιστροφή στη «δραχμή» συνιστά την απόλυτη καταστροφή, τον Αρμαγεδδών ή έστω την επιστροφή στη «ζούγκλα» (Βενιζέλος, Βουλή των Ελλήνων, 14/10/2011 ), στα μάτια όσων θεωρούν το Μνημόνιο «ευτυχία / ευλογία για τον Τόπο», όπως το χαρακτήρισε ο άνευ χαρτοφυλακίου «Αντιπρόεδρος» της Κυβέρνησης Πάγκαλος ή έστω «αναγκαίο κακό» που ενέσκηψε ως τιμωρία για το λαό μας, κάτι σαν τους Οθωμανούς που άλωσαν την Πόλη για να συνετίσει ο Θεός τους Γκιαούρηδες, σύμφωνα με τους ανώτατους ορθόδοξους ιεράρχες της εποχής.




Μέχρι πρόσφατα, οι περισσότεροι τραπεζίτες, καταξιωμένοι οικονομολόγοι και «σοβαροί» πολιτικοί στην Ελλάδα προσπαθούσαν να μας πείσουν ότι η επιστροφή στη δραχμή θα γυρίσει τη Χώρα στη δεκαετία του ‘50 ή του ’60, ότι το εθνικό νόμισμα θα χάσει από 50% εώς 80% της αξίας του έναντι του ευρώ μέσα σε λίγους μόλις μήνες και ότι οι τιμές των προϊόντων θα εκτοξευθούν στα επίπεδα της Γερμανικής Κατοχής। Στην ελληνική τηλεόραση και ιδίως στα λεγόμενα «μεγάλα» κανάλια σπανίως ακούγαμε απόψεις που να αμφισβητούν την «αναντίρρητη» αυτή πραγματικότητα.




Εντούτοις, η κουβέντα αυτή δεν διεξαγόταν μόνο στο εσωτερικό της Χώρας αλλά, και ίσως περισσότερο από εδώ, και στο εξωτερικό. Και εκεί άκουγε κανείς τόσο παρόμοιες φωνές όσο και άλλες απόψεις, συχνά αντιδιαμετρικές προς την καταστροφολογία αυτή. Αρχικά, χαρακτηρίστηκαν συλλήβδην και με συνοπτικές διαδικασίες γραφικοί, άσχετοι, επικίνδυνοι κλπ. όσοι τόλμησαν να υπαινιχθούν, εντός και εκτός συνόρων, ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα θα ήταν η μονομερής άρνηση ή αναστολή πληρωμής του δημοσίου χρέους της ή η μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους (το οποίο ήδη τυγχάνει διαπραγμάτευσης στη δευτερογενή αγορά σε ποσοστό 50% ή και 35% κατ’ άλλους της αξίας αυτής), η λεγόμενη δηλαδή «άτακτη χρεοκοπία» και η σχεδόν νομοτελειακά συνδεόμενη με αυτήν επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Στην πορεία όμως στις φωνές εκείνων που επέμεναν ότι ο δρόμος του Μνημονίου οδηγεί στην απόλυτη καταστροφή και ότι η μόνη ελπίδα ήταν η αντίσταση της Χώρας στο μέλλον που τις προδιαγράφουν οι διεθνείς πιστωτές της, προστέθηκαν και αρκετές φωνές ειδικών και καταξιωμένων διεθνώς οικονομολόγων. Εκεί η καθεστωτική γραμμή υπήρξε η στοχοποίηση των «αρνητών» αυτών ως κερδοσκόπων ή καιροσκόπων που πρότειναν τη λύση αυτή είτε γιατί είχαν ποντάρει στην ελληνική στάση πληρωμών ή στη διάλυση του ευρώ εν γένει μέσω των περιβόητων πλέον naked CDS («γυμνών» ασφαλίστρων κινδύνου αθέτησης πληρωμών του ελληνικού ή άλλων κρατικών χρεών στην περιφέρεια της Ευρωζώνης) είτε γιατί είχαν ή έβγαλαν τα λεφτά τους εκτός συνόρων και περίμεναν την επιστροφή στο νέο υποτιμημένο νόμισμα προκειμένου να αλώσουν τη Χώρα και τον πλούτο της.




Κι αυτή πάντως η τελευταία κατηγορία φαίνεται πλέον να απώλεσε και το τελευταίο ψήγμα σοβαρότητας όταν η ελληνική αλλά και η διεθνής κοινή γνώμη συνειδητοποίησε ότι οι οπαδοί του «Μνημονιακού Μονοδρόμου» παραδέχονται πλέον δημόσια ότι οδηγούν πρώτοι ούτως ή άλλως συνειδητά τη Χώρα στην εσπευσμένη εκποίηση της δημόσιας περιουσίας της και την γυρίζουν πολλές δεκαετίες πίσω, επιβάλλοντας τη βίαια εσωτερική υποτίμηση των εισοδημάτων του ελληνικού λαού, την ώρα που η πρωτοφανής ύφεση οδηγεί, μέσω της συρρίκνωσης του ΑΕΠ πέραν από κάθε πρόβλεψη και της εκτόξευσης της ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα, μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στην οικονομική εξαθλίωση, στη μαζική μετανάστευση και στην κατάθλιψη και την απόγνωση। Εάν σκεφτούμε δε ότι το μέλλον που προδιαγράφεται από επίσημα χείλη για τη Χώρα μας είναι η μετατροπή της σε ένα προτεκτοράτο με περιορισμένη εθνική κυριαρχία, τότε παρόλο που ακούγεται ίσως υπερβολικό, η Ελλάδα έχει ίσως ήδη φτάσει στη δεκαετία του ’40, χωρίς καν τη «λαίλαπα της Δραχμής», καθώς ούτε λίγο ούτε πολύ τελεί υπό Κατοχή, τόσο «για το δικό της καλό» όσο και για την προστασία της διεθνούς κοινότητας.




Με άλλες λέξεις, όσοι αποτάσσονται τη δραχμή ως το νέο Σατανά δεν μας εξηγούν ποιο είναι το δικό τους σχέδιο। Ή μάλλον μας λένε ότι ούτε λίγο ούτε πολύ θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε όχι μόνο χωρίς χρήματα αλλά και χωρίς αξιοπρέπεια επειδή αποτύχαμε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ (;) και τώρα θα πρέπει με ταχείς ρυθμούς να αλλάξουμε ρότα, για να «σωθούμε» αφενός εμείς αλλά και για να μην δημιουργήσουμε προβλήματα στη διεθνή κοινότητα. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της συζήτησης. Εάν ερμηνεύουμε σωστά τους «φιλο-μνημονιακούς», η Ελλάδα δεν πρέπει να γυρίσει στη δραχμή όχι μόνο γιατί θα καταστραφεί η ίδια (άλλωστε ούτως ή άλλως προς τα εκεί οδεύει και με το ευρώ) αλλά και γιατί μία δική της αθέτηση πληρωμών θα προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.




Αυτό το τελευταίο είναι το μόνο στο οποίο κανείς δεν μπορεί να προβάλει σοβαρή αντίρρηση. Πράγματι, ένα ελληνικό default, μία αθέτηση ή έστω στάση πληρωμών έναντι των κατόχων τίτλων ελληνικού χρέους και μάλιστα, όχι επιλεκτική (selective) ή εθελοντική (voluntary), με τη σύμφωνη δηλαδή γνώμη των πιστωτών, θα προκαλέσει ένα τρομακτικό domino εξελίξεων, αφού οι πιστωτές δεν θα μπορούν πλέον να αποτιμούν τους τίτλους αυτούς στα χαρτοφυλάκια τους και συνεπώς θα υποχρεωθούν να διαγράψουν τις απαιτήσεις αυτές ή να τις θεωρήσουν επισφαλείς. Αυτό από μόνο του δεν είναι τόσο τρομερό. Ωστόσο, η εκτεταμένη έκθεση σε ελληνικό χρέος των ευρωπαϊκών τραπεζών πιθανόν να αποτελέσει τη χαριστική βολή σε πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης, τα οποία ήδη είναι σε οριακή κατάσταση και μετέρχονται διάφορες θεμιτές και αθέμιτες μεθόδους για να ωραιοποιούν τα οικονομικά τους στοιχεία. Εάν μάλιστα συμβεί αυτό που περιμένει όλη η αγορά ότι δηλαδή το ελληνικό default θα αποτελέσει παράδειγμα και για τις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία) ή ακόμα και χωρών πιο κοντά στον πυρήνα της Ευρωζώνης αλλά με μεγάλα δημοσιονομικά αλλά και χρηματοπιστωτικά ανοίγματα (Βέλγιο ή ακόμη και Γαλλία), τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι μία ελληνική στάση πληρωμών θα προκαλέσει με ταχείς ρυθμούς την κατάρρευση της Ευρωζώνης, η οποία με τη σειρά της θα επιφέρει παγκόσμιο κραχ λόγω της μεγάλης επίπτωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ και λόγω της έκθεσης και των ΗΠΑ στο ευρωπαϊκό χρέος, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω των πωλήσεων CDS πολλών αμερικανικών οίκων σε αντίστοιχους ευρωπαϊκούς.

Αυτό όμως που σκόπιμα υποκρύπτεται ή δεν τονίζεται αρκετά είναι ότι για την κατάσταση αυτή δεν φταίει μόνο η Ελλάδα ή, όπως επί μήνες ακούμε, οι «χαραμοφάηδες», αντι-παραγωγικοί «κηφήνες» που εργάζονται στο Ελληνικό Δημόσιο. Ούτε οι Έλληνες ελεύθεροι επαγγελματίες που «δεν πληρώνουν φόρους» ή οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα που «αμείβονται υπερβολικά» με βάση τα ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα. Εάν ίσχυε αυτό, τότε στη θέση που βρισκόμαστε εμείς δεν θα ήταν και οι Ιρλανδοί που έχουν πολύ μικρότερο δημόσιο τομέα και δεν αντιμετωπίζουν τη φοροδιαφυγή που συναντά κανείς στην Ελλάδα, αφού εκεί οι φορολογικοί συντελεστές είναι από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη και συνιστούν ένα από τα βασικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ιρλανδικής οικονομίας. Ούτε φυσικά θα κινδύνευαν να καταρρεύσουν οι μισές χώρες της Ευρωζώνης, αφού δεν είναι όλοι τόσο «κακά παιδιά» όσο εμείς.

Οι παραπάνω κατηγορίες σε βάρος της Χώρας μας και του Λαού μας είναι λοιπόν προφάσεις εν αμαρτίαις. Η κρίση δημοσίου χρέους είναι παρούσα εδώ και δεκαετίες σε όλη τη Δυτική Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ και συνδέεται άμεσα με την πιστωτική υπερέκταση που δημιούργησε τα τερατόμορφα πιστωτικά ιδρύματα, που κυβερνούν ουσιαστικά το σύγχρονο κόσμο. Άλλωστε, το συνολικό χρέος, ιδιωτικό και δημόσιο, είναι ενιαίο μέγεθος, όπως έδειξε η εμπειρία της διάσωσης (bailout) τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων (π.χ. στις ΗΠΑ, στην Ιρλανδία, στη Μεγ. Βρετανία και αλλού). Μάλιστα, στην ηπειρωτική Ευρώπη η σχέση δημοσίου και ιδιωτικού χρέους είναι συχνά διαλεκτική. Έτσι, ενώ η κατάρρευση της αγοράς στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης στοίχισε ακριβά κυρίως μόνο στη Γερμανία από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες (με τη διάσωση της θυγατρικής της Hypo Vereinsbank), ο νέος γύρος πτωχεύσεων πιστωτικών ιδρυμάτων που άνοιξε με την κατάρρευση της Dexia και αφορά όλα τα κράτη της Ευρωζώνης, ακόμα και την ήδη χρεοκοπημένη Ελλάδα (Proton) οφείλεται κατά βάση στην κρίση χρέους στην Ευρωζώνη.




Τα χρέη, δημόσια και ιδιωτικά, πνίγουν άλλωστε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες, καθώς ο δημόσιος τομέας στις χώρες αυτές είναι διαχρονικά ελλειμματικός, είτε λόγω του διευρυμένου κράτους πρόνοιας που εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό επίπεδο διαβίωσης σε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, όπως συμβαίνει στη Δυτική Ευρώπη είτε λόγω των αυξημένων γραφειοκρατικών και στρατιωτικών δαπανών, που συναντά κανείς κυρίως στις ΗΠΑ. Και δεν είναι περίεργο που όλα τα κράτη της Δύσης έφτασαν εδώ τις τελευταίες δεκαετίες και δη από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έδωσε νέες ευκαιρίες μείωσης του κόστους του ανθρωπινού δυναμικού και της φορολογίας μέσω της μεταφοράς των μονάδων παραγωγής σε χώρες της Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης και της έδρας των επιχειρήσεων σε «χώρες ευκαιρίας» και κατέστησε την ίδια στιγμή περιφερειακές χώρες με σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους και αχανείς εσωτερικές αγορές σε υπολογίσιμους διεθνείς παίκτες (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, αραβικές χώρες κλπ.).


Άρα η Ελλάδα έχει μεν τις δικές της ευθύνες αλλά σίγουρα δεν έφτασε μόνη της εδώ. Ας δούμε όμως εν τάχει πως φτάσαμε εδώ.



Όσο περνάει ο καιρός τόσο φαίνεται όλο και πιο καθαρά ότι η κρίση χρέους μας συνδέεται άρρηκτα με την υιοθέτηση του Ευρώ. Παρόλο που ήδη από το 1981 και μετά ο δανεισμός της Χώρας κατέστη ανεξέλεγκτος, ποτέ άλλοτε δεν βρεθήκαμε τόσο κοντά σε μία αθέτηση πληρωμών μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και ο λόγος είναι απλός: κανένα κυρίαρχο κράτος με πλήρες «εκδοτικό προνόμιο», με το δικαίωμα δηλαδή να τυπώνει χρήμα, δεν κήρυξε ποτέ στάση πληρωμών, ιδίως από τότε που ακόμα και οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τον κανόνα του χρυσού τη δεκαετία του 1970 και το χρήμα πλέον τυπώνεται χωρίς αντίκρισμα (fiat money). Τόσο οι πτωχεύσεις του νεότερου ελληνικού κράτους (όλες πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) όσο και οι δεκάδες πτωχεύσεις που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια είχαν ως απαρχή τους την αδυναμία του εκδότη, του κράτους δηλαδή που εξέδωσε τους χρεωστικούς τίτλους, να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες του με φρέσκο, πληθωριστικό, χρήμα, κάθε φορά που αυτό ήταν αναγκαίο. Πίσω από κάθε αθέτηση πληρωμών κρύβεται είτε κάποια συμφωνία περιορισμού του εκδοτικού προνομίου του κράτους που κήρυξε πτώχευση ή η ένταξη του εκδότη του χρέους σε κάποια νομισματική ένωση, όπως η Ευρωζώνη, ή σε ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών, όπως του πάλαι ποτέ ECU (Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα) που κατέστρεψε τη βρετανική λίρα ή η σύνδεση του αδύναμου νομίσματος του εκδότη με ένα ισχυρό (σκληρό) νόμισμα, όπως το Αργεντίνικο πέσο και η πρόσδεση του στο αμερικανικό δολάριο. Παρόλο που τέτοιες συμφωνίες δεν είναι εκ προοιμίου κακές, αργά ή γρήγορα τις περισσότερες φορές αναδεικνύουν τις διαφορές των οικονομιών που συμμετέχουν στις ενώσεις ή στα συστήματα αυτά ή των οποίων (οικονομιών) τα νομίσματα συνδέονται με σταθερές ισοτιμίες.




Έτσι, από τη στιγμή που η Ελλάδα έγινε δεκτή σε ένα club ισχυρών οικονομιών χωρίς να έχει τα απαιτούμενα προσόντα ήταν μοιραίο η ανταγωνιστικότητα της Χώρας να κατρακυλήσει λόγω του σκληρού νομίσματος, το ήδη προβληματικό έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών να διευρυνθεί επικίνδυνα και οι ελληνικές επιχειρήσεις που δεν είχαν χρόνο να προετοιμαστούν για τον ανταγωνισμό που γνώρισαν από αλλοδαπούς οίκους που κατέκλυσαν την εγχώρια αγορά σε μία απολύτως ελεύθερη ευρωπαϊκή αγορά να βάλουν μαζικά λουκέτο. Η λύση που επελέγη τόσο από την εγχώρια όσο και από την ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ελίτ ήταν η στροφή στην κατανάλωση, η οποία υποστηρίχθηκε από μία ευρύτατη επέκταση της καταναλωτικής πίστης. Προφανώς η λύση αυτή ήταν προσωρινή αφού ήταν απλώς μία φούσκα. Αργά ή γρήγορα, η ελληνική αγορά εργασίας επηρεάστηκε από την έλλειψη παραγωγικής βάσης και η στροφή της στις υπηρεσίες ήταν δεδομένη. Ο ιδιωτικός τομέας ήταν αδύνατο να απορροφήσει όλους αυτούς τους νεοεισερχόμενους αυτούς εργαζόμενους, οι οποίοι συχνά είχαν και πλήθος πτυχίων, αν και κατά κανόνα σε μη ανταγωνιστικούς τομείς και όχι πάντα αξιόπιστων, λόγω ενός τελείως σαθρού εκπαιδευτικού συστήματος. Το Κράτος ανέλαβε να προσφέρει διέξοδο εργασίας σε χιλιάδες ανθρώπους χάρη στον πακτωλό της κοινοτικής βοήθειας και τον φτηνό δανεισμό που έγινε πολύ εύκολος χάρη στα πολύ χαμηλά επιτόκια στο καθεστώς του ευρώ. Παράλληλα, η διαχρονική και πλήρης κομματικοποίηση και διάβρωση του κρατικού μηχανισμού ξεχείλωσε ανεπανόρθωτα ένα δυσλειτουργικό κρατικό μηχανισμό που καλλιέργησε τη γραφειοκρατία και την αγκύλωση με το ένστικτο αυτοσυντήρησης που αναπτύσσουν όλοι οι οργανισμοί και κυρίως οι άρρωστοι. Η κατάσταση αυτή ωστόσο υπήρξε φυσικά έργο μίας μικρής ηγετικής ομάδας και όχι ολόκληρου του λαού και άλλωστε είχε πάντοτε και τις ευλογίες ή έστω την ανοχή των στρατηγικών εταίρων της Χώρας (Γαλλίας, Γερμανίας και δευτερευόντως των ΗΠΑ), που σήμερα μας "επαναφέρουν" στην τάξη. Δεν χρειάζεται όμως να είναι κανείς ιδιοφυής για να αντιληφθεί ότι μεγάλο μέρος της σπατάλης του ελληνικού Δημοσίου γύρισε στις τσέπες των εταίρων και δανειστών μας μέσω προμηθειών (Ολυμπιακοί Αγώνες, στρατιωτικοί εξοπλισμοί κλπ.) αλλά και δυσβάσταχτων τοκοχρεολυσίων. Το δε επιχείρημα ότι όλα αυτά έγιναν σε μία ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά θα έπειθε μόνο όποιον δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτε για Siemens, Χριστοφοράκο, SAIC, Thales, Thyssen Krupp, ΜΑΝ κλπ. Πράγματι, λοιπόν φαίνεται ότι «τα φάγανε πολλοί» και όχι όλοι και σήμερα καλούνται να πληρώσουν το λογαριασμό κατά κανόνα οι νηστικοί, αφού οι χορτάτοι … απηλλάγησαν πάσης κατηγορίας.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω είναι σαφές ότι η ηγεσία της Χώρας μας έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσουμε εδώ, συνεπικουρούμενη βέβαια από ένα λαό που γαλουχήθηκε στην μικρο-απάτη, τη ρεμούλα και την αδιαφάνεια από αυτή την ηγεσία που πολλές φορές παραμένει απαράλλακτη γενεές επί γενεών. Θα περίμενε λοιπόν κανείς από ανθρώπους που οι παππούδες τους είναι στα πράγματα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα να είναι λίγο πιο σεμνοί και να μην αποκαλούν αυτούς που τους ταϊζουν από πάππου προς πάππου «τεμπέληδες, διεφθαρμένους και άχρηστους». Τα προπεριγραφόμενα υπαρκτά αδιέξοδα της ελληνικής οικονομίας, κλήθηκε να διαχειριστεί η αμήχανη ελληνική κυβέρνηση της ΝΔ, ενός κόμματος εξουσίας που συμμετείχε στη διαμόρφωσή τους, όταν η διεθνής κρίση του 2007 τα ανέδειξε και κατέστησε επιτακτική τη λύση τους. Αντ΄αυτού η κυβέρνηση αυτή ουσιαστικά «δραπέτευσε» πετώντας την καυτή πατάτα στον «πρόθυμο» ηγέτη της κατ’ όνομα σοσιαλιστικής αντιπολίτευσης.

Παρέλκει να τονίσουμε εδώ τις ευθύνες του νυν πρωθυπουργού της Χώρας. Άλλωστε, όποιος πιστεύει, ακόμα και σήμερα, μετά από όλα αυτά που έχουν βγει στην επιφάνεια σε 2 μόλις έτη διακυβέρνησης», ότι η υφαρπαγή της ψήφου του ελληνικού λαού με υποσχέσεις παροχολογίας και η δραματική «αλλαγή πλεύσης» μετά τις εκλογές με την εσπευσμένη και άνευ όρων παράδοση στο ΔΝΤ και την περιβόητη Τρόϊκα ήταν απλά ένα σφάλμα ή ένα σύνηθες «τέχνασμα, προφανώς δεν θα πεισθεί από το παρόν κείμενο. Για την ιστορία όμως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην απώτερη και νεότερη ιστορία έχουν χαρακτηριστεί τύραννοι και έχουν καταδικασθεί σε θάνατο ή σε ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και άλλες παρεμφερείς ποινές, ηγέτες που έχουν διαπράξει λιγότερα «σφάλματα» από τον νυν μοναδικό σε όλο το δυτικό κόσμο 3ης γενιάς πρωθυπουργό της Ελλάδος.

Στην παρούσα ζοφερή συγκυρία, θα πρέπει λοιπόν να αναλογιστούμε όχι μόνο τι λέει ο καθένας αλλά και ποιος είναι αυτός που τα λέει. Θα πρέπει να αναλογιστούμε εάν οι άνθρωποι που μας έφεραν εδώ έχουν την παραμικρή αξιοπιστία και εάν μπορούν πράγματι να μας οδηγήσουν ως «καλοί βοσκοί στον παράδεισο" έστω και "διασχίζοντας την κοιλάδα της σκιάς του θανάτου» (Παλαιά Διαθήκη, Ψαλμός 23:4). Θα πρέπει επίσης να αναλογιστούμε εάν το συμφέρον της Χώρας και του ελληνικού λαού ταυτίζεται με τα συμφέροντα των τραπεζών και των κρατικοδίαιτων μεγαλοεπιχειρηματιών και ιδιοκτητών μέσων ενημέρωσης που στηρίζουν αναφανδόν τη Μνημονιακή Λύση.

Στη συνέχεια θα πρέπει να περιμένουμε να μας εξηγήσουν όλοι αυτοί γιατί αποκαλούν «μειοδότη» όποιον θεωρεί ότι το εθνικό συμφέρον επιβάλλει εθνική λύση ακόμα και εάν αυτή δεν είναι αρεστή στους εταίρους μας και στους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οίκους και κυρίως τι χειρότερο θα φέρει στη Χώρα από αυτά που έχουν ήδη συμβεί στον ενάμιση χρόνο του περιβόητου Μνημονίου και θα συμβούν μετά βεβαιότητος εάν συνεχιστεί αυτή η πολιτική. Επειδή μέχρι σήμερα εγώ προσωπικά δεν έχω ακούσει τίποτε άλλο πέρα από αφορισμούς, κατάρες και μοιρολόγια, χωρίς στοιχεία, χωρίς αριθμούς και χωρίς σοβαρές προβλέψεις, δικαιούμαι να ισχυρίζομαι ότι εάν κάποιος είναι μειοδότης αυτοί δεν είμαστε εμείς, που θεωρούμε την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα ως αναγκαίο κακό.

Εάν το πρόβλημα είναι η δραχμή, ας υιοθετήσουμε τη μνα, τον οβολό, το τάλαντο ή τον «παπανδρεϊκό», για να τιμούμε το μεγάλο Ηγέτη, κατά το δαρεικό, το περίφημο περσικό νόμισμα της κλασικής αρχαιότητας. Σε κάθε περίπτωση, για την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα πρέπει να θυμόμαστε τα εξής:



1. Η επανάκτηση του εκδοτικού προνομίου δεν είναι αυτοσκοπός. Για να έχει νόημα η έκδοση δραχμών, μνων ή … παπανδρεϊκών θα πρέπει αυτή να ενταχθεί σε μία ευρύτερη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, με τον έλεγχο της οικονομίας μέσω των εργαλείων των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων και μόνο ως έκφραση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, η οποία δεν θα πρέπει φυσικά να αγνοεί το διεθνή παράγοντα.

2. Παρόλο που το ελληνικό κράτος οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη διεθνή κοινότητα, σκοπός του είναι η προστασία του ελληνικού λαού και του ελληνικού έθνους. Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές του πρέπει να έχουν γνώμονα την προστασία των Ελλήνων πολιτών και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει. Συνεπώς, το να συζητάμε εάν θα εξαθλιώσουμε τους φορολογούμενους στην Ελλάδα (έλληνες και αλλοδαπούς) προκειμένου να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας έναντι των πιστωτών μας, είναι σαν να συζητάμε εάν θα αφήσουμε τα παιδιά μας να πεινάσουν προκειμένου να πληρώσουμε τα χρέη μας από τον τζόγο.

3. Το δίλημμα αυτό φτάνει στα όρια της απιστίας έναντι του ελληνικού λαού εάν το χρέος αυτό όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο αλλά ενδεχομένως δεν είναι και νόμιμο έστω και εν μέρει. Συνεπώς, το να αρνούμαστε έστω και να συζητήσουμε το ενδεχόμενο μέρος του χρέους μας να είναι παράνομο ή απεχθές (odious), μόνο και μόνο για να μην δώσουμε την εντύπωση ότι το αμφισβητούμε συνιστά πράξη υποτέλειας, αν όχι μειοδοσίας, και πάντως δεν μπορεί να θεωρείται χρηστή διακυβέρνηση.

4. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν είναι λοιπόν επιλογή: είναι ανάγκη λόγω της έκτακτης κατάστασης που βρισκόμαστε σήμερα από τη στιγμή που η στάση πληρωμής επιβάλλεται πλέον εάν θέλουμε να βάλουμε τάξη στα οικονομικά μας και δεδομένου ότι ούτως ή άλλως είμαστε ήδη εκτός αγορών.

5. Οι δυσκολίες του εγχειρήματος είναι πολλές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν λύσεις. Τον τελευταίο καιρό πολλοί σχολιαστές ή απλοί πολίτες, όχι μόνο κακοπροαίρετοι αλλά και καλοπροαίρετοι, αναρωτιούνται τι θα γίνει με τις εισαγωγές φαρμάκων, καυσίμων, τροφίμων, τι θα συμβεί με ενδεχόμενη πολιτική και οικονομική απομόνωση της Χώρας, εάν η αντίδραση των μεγάλων δυνάμεων θα μπορούσε να φτάσει μέχρι του σημείου της πρόκλησης, ενθάρρυνσης ή απροθυμίας αποτροπής ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία (το έτος 1897 δεν είναι άλλωστε τόσο μακρινό για τα δεδομένα της παγκόσμιας Ιστορίας), τι θα γίνει με τις καταθέσεις, με τις τράπεζες, με τα ασφαλιστικά ταμεία, με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας κλπ. Αυτά όλα είναι εύλογα ερωτήματα και απαιτούν προσεκτικές απαντήσεις. Από τη στιγμή όμως που δημοκρατικά και κυρίαρχα ο ελληνικός λαός είναι έτοιμος να ξαναπάρει την τύχη του στα χέρια του, μοιραία θα τεθούν και θα απαντηθούν πλήρως και επιτυχώς. Άλλωστε η διεθνής εμπειρία μας προσφέρει όλο το υλικό που χρειαζόμαστε. Ρωτήστε και τους Ισλανδούς …

Το θέμα είναι: Καταλαβαίνει ο ελληνικός λαός ότι ο δρόμος της Αρετής απαιτεί θάρρος και ότι ο δρόμος που τραβάμε τώρα είναι … αδιάβατος (που έλεγε και ο μέγας Ρασούλης) και κυρίως αδιέξοδος; Από εκεί και πέρα όλα είναι δυνατά. Από την άλλη, θα πρέπει επιτέλους όλοι να καταλάβουμε ότι το να περιμένουμε να μας σώσει η Μέρκελ και η Βαβέλ των 27 της ΕΕ και των 17 της Ευρωζώνης είναι σαν να περιμένουμε να μας σώσουν οι «Ελ» του Λιακόπουλου ή η Ομάδα Έψιλον!

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ

Παρόλο που έχει νόημα να δούμε τι πήγε στραβά και ποιοί μας έφεραν εδώ, προέχει να δούμε τι θα κάνουμε. Νομίζω ότι όλο το μυστικό κρύβεται στις παραδοχές. Μέχρι πρόσφατα ακουγόμουν κυνικός όταν έλεγα ότι πρέπει να ξεχάσουμε την λεγόμενη "κοινοτική αλληλεγγύη". Σήμερα θεωρώ ότι όλοι πλέον αντιλαμβάνονται ότι η Ευρώπη των 27 είναι μία Βαβέλ. Όποιος έχει παρακολουθήσει μία Σύνοδο Κορυφής ή έστω μία συνεδρίαση του Ευρ. Κοινοβουλίου, καταλαβαίνει τι εννοώ. Και φυσικά, όπως έχουν σήμερα διαμορφωθεί τα δεδομένα, εκτιμώ ότι η καλύτερη πιθανή μετεξέλιξή της Ευρ. Ένωσης θα ήταν εφιάλτικη για την Ελλάδα και για όσα εθνικά κράτη αξιολογούν ακόμα ψηλά την εθνική και λαϊκή κυριαρχία στις προτεραιότητες τους: Κάτι σαν ένα Τέταρτο Ράιχ χωρίς Ες Ες (αυτό το τελευταίο διαπραγματεύσιμο). Το μόρφωμα αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ΕΟΚ του ‘51 ή έστω την ΕΕ των 12 ή των 15. Από το 1990 και μετά και ιδίως από το 2001 και μετά η Γερμανία επέβαλε με την "πειθώ" της και με την πολιτική του μαστίγιου και του καρότου (σε πρώτη φάση η συνταγή είχε πιο πολύ καρότο) την agenda της. Το έγκλημα ολοκληρώθηκε την τελευταία δεκαετία με την έλευση 12 νέων Κρατών και κυρίως με την υιοθέτηση του περιβόητου κοινού νομίσματος που απεδείχθη το colpo grosso των οικονομικών και πολιτικών ελίτ για την υποδούλωση των λαών της Ευρώπης με ειρηνικό τρόπο.


Δεν θεωρώ ότι η εξέλιξη της Ένωσης ήταν μονόδρομος, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι άνθρωποι με τα γκρίζα κοστούμια. Σίγουρα κομβική σημασία είχε η μετεξέλιξη όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης σε νεοφιλελεύθερα με αριστερή ανέξοδη ρητορεία και η προώθηση μίας πολιτικής από τις δύο κυρίαρχες πολιτικές οικογένειες, κατά παραγγελία του διεθνούς και ευρωπαϊκού κεφαλαίου, η οποία παρόλο που ποτέ δεν είχε την έγκριση των λαών της Ευρώπης εξασφάλιζε μέχρι πρόσφατα την ανοχή τους ή έστω τη σιωπή τους. Δεν ξέρω εάν έχει νόημα να ψάξουμε πότε χάθηκε οριστικά το τρένο της ισότιμης συμμετοχής των Κρατών Μελών, ή εάν υπήρξε ποτέ κάτι τέτοιο. Η ουσία είναι ότι η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας ήταν ολέθρια για τα μικρά κράτη γιατί δεν έγινε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Οι Γερμανοί ουσιαστικά απαίτησαν από τις άλλες χώρες να τους αναθέσουν ηγετικό ρόλο με πρόσχημα την ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες και να αποφευχθεί αυτό που οι ευρωατλαντιστές αποκαλούν "κακοφωνία", η προβολή δηλαδή των αντίθετων απόψεων σε ένα σώμα που υποτίθεται ότι είναι δημοκρατικό. Έτσι αργά αλλά σταθερά η Ευρώπη απώλεσε το μοναδικό της πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές της: Τη δημοκρατικότητά της. Για αυτό νομίζω ότι το πρόβλημα του ελληνικού χρέους είναι πρωτίστως πολιτικό. Η Ελλάδα απώλεσε την ελευθερία της για χάρη της ασφάλειας και κατέληξε, όπως είπε σωστά ο B. Franklin, να μην αξίζει τίποτε από τα δύο.



Το θέμα είναι τώρα: ο ελληνικός λαός, με τη νομική έννοια, το σύνολο δηλαδή των Ελλήνων πολιτών και το Ελληνικό Έθνος, το σύνολο δηλαδή των ατόμων που είναι ή/και αισθάνονται Έλληνες, μπορούν να χαράξουν μία νέα γραμμή; Ακόμα και αν καταστραφεί, μπορούμε να ξαναφτιάξουμε την Ελλάδα με ένα σκαρί και ένα κλαδί ελιάς, όπως λέει και ο Ελύτης. Γιατί Ελλάδα είναι ο τόπος και οι άνθρωποι που ζουν εδώ, δεν είναι τα αυτοκίνητά μας ούτε καν τα σπίτια μας. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι ανήκουν στην πατρίδα τους, δεν ανήκει εκείνη σε αυτούς. Μία νέα αρχή όμως προϋποθέτει εθνική ομοψυχία. Υπάρχει; Η εποχή που ο απλός κόσμος εμπιστευόταν ή έστω ανεχόταν τους πάσης φύσεως σωτήρες έχει παρέλθει και μόνο οι ανόητοι και οι ένοχοι δεν το βλέπουν ή κάνουν ότι δεν το βλέπουν. Και μαζί με αυτή υπάρχει η απαραίτητη συναίνεση στην ελληνική κοινωνία για αλλαγές; Δύο θέματα που πρέπει να μας απασχολήσουν είναι η στάση των Ελλήνων εφοπλιστών και της Ομογένειας. Το δημοσιονομικό όφελος της Ελλάδας από τη ναυτιλία είναι ασήμαντο και αν μη τι άλλο προκλητικό σε σχέση με το οικονομικό μέγεθος της σημαντικότερης βιομηχανίας μας, της μόνης στην οποία οι Έλληνες είναι οι παγκόσμιοι κυρίαρχοι, χωρίς αυτό ωστόσο να επιδρά θετικά για τη Χώρα όσο θα μπορούσε να επιδρά και πάντως όσο επιδρούσε στο παρελθόν. Λόγω δε της απαξίωσης του ναυτικού επαγγέλματος το συνάλλαγμα που μένει στη Χώρα είναι υποπολλαπλάσιο του πλούτου που παράγεται στις θάλασσες του κόσμου από τα ελληνικά και ελληνόκτητα πλοία. Ομοίως η ομογένεια αδυνατεί να καταλάβει σε μεγάλο ποσοστό τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Τα ηγετικά της στελέχη, ιδίως αυτά που διαμένουν σε αγγλοσαξωνικά κράτη και στη Βόρεια Ευρώπη φαίνονται να ταυτίζονται με τις κυρίαρχες απόψεις στις χώρες αυτές και να κουνάνε επιδεικτικά το δάχτυλο στους "απείθαρχους" Έλληνες. Γενικότερα το ελληνικό κεφάλαιο συναισθάνεται λιγότερο το βάρος της ευθύνης του από ό,τι π.χ. οι Ιρλανδοί κεφαλαιούχοι που επαναπατρίζουν οικειοθελώς και χωρίς φορολογικά κίνητρα ή απειλές κεφάλαια στα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας τους για να βοηθήσουν την μαστιζόμενη εθνική (μην το ξεχνάμε) οικονομία τους αντί να βγάζουν τα λεφτά στην Ελβετία, όπως οι δικοί μας.


Αν σήμερα έπρεπε να κάνουμε επανάσταση αναρωτιέμαι: Οι καραβοκύρηδες θα διέθεταν τα πλοία τους στον αγώνα, οι ομογενείς θα έρχονταν να πεθάνουν για την πατρίδα των προγόνων τους, η Εκκλησία θα έλιωνε τα αφιερώματα για να τα προσφέρει στον Αγώνα, ή θα έφτιαχναν όλοι μερικές offshore για να μεταβιβάσουν τα ακίνητα τους και θα την κοπανούσαν από τη Χώρα μαζί με τα λεφτά τους; Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι έστω και τώρα οι Γίγαντες του Ελληνισμού (Λαός, Ναυτιλία, Ομογένεια, Εκκλησία) αντιλαμβάνονταν τις ευθύνες τους. Υπάρχει πολιτική δύναμη που θα αναλάβει να υλοποιήσει μία τέτοια αλλαγή;. Στην παρούσα φάση αμφιβάλλω, βλέπω μόνο Νάνους. Ωστόσο, είμαι αισιόδοξος γιατί πιστεύω ότι αυτό το γέρικο σκαρί πλέει τόσες χιλιάδες χρόνια μέσα στις τρικυμίες και ακόμα αντέχει.


Για όσους λοιπόν επιμένουν ακόμη και σήμερα χωρίς αιδώ να ισχυρίζονται ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι και μάλιστα κατ’ ισομοιρία (άποψη που συνόψισε γλαφυρά ο εκτροχιασμένος πλέον Β’ Αντιπρόεδρος, ου λήψεται το όνομά του επί ματαίω), θα πρέπει να τους θυμίσουμε ότι το χρέος μας εκτοξεύτηκε πρώτον λόγω του αλόγιστου δανεισμού και των πανωτοκίων που αυτό συσσώρευσε (90% του τρέχοντος δανεισμού αφορά αποπληρωμή τοκοχρεωλυσίων και μόλις το 10% πήγε για να καλύψει πρωτογενείς δαπάνες) και δεύτερον λόγω των ελλειμμάτων που προέκυψαν από την κάκιστη διαχείριση των οικονομικών μας από ανθρώπους που στην καλύτερη περίπτωση ήταν άσχετοι και στη χειρότερη κλέφτες. Οι δαπάνες δεν διογκώθηκαν μόνο λόγω των υπεράριθμων υπαλλήλων (με έκπληξη διαπιστώσαμε ότι ακόμα κι αυτός ο «μύθος» κατερρίφθη ή έστω είχε υπερτονισθεί αβάσιμα) ούτε λόγω των προκλητικών αμοιβών ολίγων κομματόσκυλων (οι οποίοι αντίθετα από τους περισσότερους δημοσίους υπαλλήλους μπήκαν στο Δημόσιο από το παράθυρο), παρόλο και αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν φυσικά στη λεηλασία της Χώρας όσο και στην απαξίωση του Δημοσίου στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας. Πολύ μεγαλύτερο μέρος των ελλειμμάτων που δεν οφείλονται σε δανεισμό δεν πήγε σε μισθούς και συντάξεις κάποιων ανθρώπων που τα δούλεψε, έστω και εάν σε ένα μέρος τους δεν τα δικαιούνταν αλλά κυρίως στις τσέπες του κρατικοδίαιτου λόμπι των εγχώριων νταβατζήδων και στις αμυντικές και άλλες βιομηχανίες των «συμμάχων» μας, που οι ίδιοι ομολόγησαν ότι λάδωναν επί χρόνια λίγους λιγδιάρηδες πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες και έστελναν σε μας τους υπόλοιπους το λογαριασμό.


Σε ό,τι αφορά δε το σκέλος των εσόδων είναι αστείο να κατηγορούμε το σύνολο του ελληνικού λαού για φοροδιαφυγή, εάν αναλογιστούμε ότι το 90% των ανείσπρακτων φόρων οφείλονται μόλις από το 1,6% των φορολογούμενων και ότι το όργιο με τις offshore ή τις κυπριακές ή άλλες εξωτικές εταιρείες που λειτουργούν με trustees για να φοροδιαφεύγουν συστηματικά και οι οποίες κατέχουν τα καλύτερα φιλέτα της ελληνικής γης, κότερα, ελικόπτερα, μετοχές και θυρίδες αφορά κατά βάση μία δράκα 90.000 περίπου ανθρώπων. Οι ίδιοι άνθρωποι που χρωστάνε όλους αυτούς τους φόρους και κατέχουν όλο αυτόν τον πλούτο έχουν και τις περιβόητες καταθέσεις, ύψους από 120 Δις, που λέει το Υπουργείο, μέχρι 1 τρις Ευρώ, που λέει η αγορά, μόνο στην Ελβετία. Και φυσικά είναι αυτοί που σε συνεργασία με τις πολυεθνικές, που μεταφέρουν κέρδη σε άλλες χώρες και φορολογούνται ευνοϊκότερα εκεί χάρη στα κενά του ελληνικού νόμου και την ανικανότητα της πολιτείας, στερούν από τη χώρα μας δεκάδες δις Ευρώ σε φορολογικά έσοδα και την σπρώχνουν στον όλεθρο με τις ευλογίες του κομματικού κράτους που όχι μόνο δεν τους τσακώνει αλλά προτιμά να αρμέγει μέχρι θανάτου τα μεσαία και κατώτερα στρώματα συνθλίβοντας παράλληλα τόσο την κατανάλωση όσο και την ανάπτυξη.


Συμπέρασμα: Κατά τη γνώμη μου η έξοδος από την Ευρωζώνη μοιάζει αναπόφευκτη. Ακόμα κι αν γίνει κάτι μαγικό και παραμείνουμε στο Ευρώ το σίγουρο είναι ότι μόνο εμείς οι ίδιοι θα πρέπει να βρούμε λύση στα προβλήματά μας, αυτόνομα και όχι ως δορυφόροι άλλων, οι οποίοι είναι εύλογο να μας απαξιώνουν όταν εμείς τους παραδινόμαστε άνευ όρων. Η Ευρώπη σύντομα θα γνωρίσει μία αλλαγή εκ θεμελίων αφού η πορεία της είναι αδιέξοδη και οι λαοί της δεν θα δεχτούν την μετατροπή της σε μία Γερμανοκρατούμενη Υπερεθνική Ζώνη. Η χώρα μας βρίσκεται πάλι σε μία κρίσιμη καμπή. Εάν σκεφτούμε ορθολογικά, όπως μας καλούν να κάνουμε οι πατρόνοι μας, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι εάν παραδώσουμε τα κλειδιά της Χώρας σε ξένους, θα καταντήσουμε νοικάρηδες στον τόπο μας. Ο Ανδρέας δεν ήθελε να μας κάνει γκαρσόνια της Ευρώπης αλλά ο γιός του δεν βλέπει τίποτα το κακό στο να μας κάνει πρεζόνια της Ευρώπης. Ωστόσο, η πολιτική αυτή δεν έχει λαϊκό έρεισμα και όσο και εάν μερίδα του Τύπου βλέπει τη λύση αυτή ως μοναδική και ρεαλιστική, η ελάχιστη συναίνεση που απαιτείται για να κυβερνηθεί ένας τόπος έχει εκλείψει οριστικά. Ανεξάρτητα από το πόσος καιρός θα χρειαστεί, υπάρχει πράγματι μόνο μία λύση αλλά αυτή δεν έχει καμία σχέση με αυτή που μας πουλάνε οι dealers μας, εγχώριοι και ξένοι.



Η Ελλάδα χρειάζεται ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ή ακόμα καλύτερα ΑΝΑΣΤΑΣΗ μέσα από μία ευρεία Σεισάχθεια, μία αντιστροφή της αναδιανομής πλούτου που έλαβε χώρα τα τελευταία 30 χρόνια και δημιούργησε μία κάστα νεόπλουτων πλάι στα παλιά «τζάκια», σε βάρος εκατοντάδων χιλιάδων νεόπτωχων και κατέστρεψε τον παραγωγικό ιστό της Χώρας. Και φυσικά αυτό δεν μπορεί να γίνει στο πόδι, με ημίμετρα που θα αλλάζουν κάθε μέρα και με εντολές άνωθεν και κυρίως «έξωθεν», ούτε με εισπρακτική βραχυπρόθεσμη ή «μεσοπρόθεσμη» λογική. Απαιτείται ένας εξορθολογισμός του Κράτους στο σύνολό του, όχι μόνο αναφορικά με τις δαπάνες του αλλά πολύ περισσότερο ως προς το ρόλο του, η περίφημη «επανίδρυση» που έλεγε ο Καραμανλής, που λοιδορείται πλέον από τους πολίτες ως Χοντρός, Τεμπέλης κλπ. γιατί διέψευσε τις προσδοκίες και αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων. Το σίγουρο είναι ότι οι άνθρωποι που μας έφεραν εδώ δεν μπορούν να μας βγάλουν από το σκηνικό αποκάλυψης που ετοιμάζεται. Όπως είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι η λύση θα έλθει από αυτή την μεταλλαγμένη Ευρώπη των ολιγοπωλίων (σαν την Αλέκα ακούστηκα!).Το ερώτημα λοιπόν που παραμένει αναπάντητο είναι: Ποιός θα βάλει το καμπανάκι στην ουρά του Γάτου; Εγώ πιστεύω ότι σύντομα η εποχή θα αναδείξει τους νέους ηγέτες και ότι κάθε λαός θα πρέπει να βρει μόνος του το δρόμο. Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά θα αποφύγουμε το αιματοκύλισμα, ότι μετά την καταιγίδα και τα «παθήματα» θα έρθει η Κάθαρση και ότι επιτέλους θα διαψεύσουμε τους ιερείς της Σαϊδας στην Αίγυπτο που είχανε πει στο Σόλωνα ήδη πριν από 2.500 και πλέον χρόνια ότι εμείς οι Έλληνες θα είμαστε πάντα σαν τα μικρά παιδιά και θα πρέπει να ξαναζούμε την ιστορία μας κάνοντας συνεχώς τα ίδια λάθη.

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΟΝΤΡΟΚΩΣΤΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΧΑΖΟΓΙΩΡΓΗΔΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Η Κυβέρνηση του Μνημονίου καταρρέει. Η Χώρα τώρα χρειάζεται ένα νέο Σύνταγμα και μία ευρεία επανεκκίνηση, μια λαϊκή διακυβέρνηση, μία εθνική συσπείρωση, μία ευρεία αναδιανομή πλούτου, ένα δημιουργικό New Deal για την επανασύνθεση της παραγωγικής λειτουργίας, ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, νέες αγορές, νέες συνθήκες για ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και φυσικά και μία εξίσου ευρεία αναδιάρθρωση, άφεση, διαγραφή ή ακόμη και ολική άρνηση τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού χρέους. Μία ευρύτατη Σεισάχθεια για να μπορούν πλέον οι Έλληνες να ξαναβγούν στον ήλιο. Αυτό είναι αδύνατο σε καθεστώς Ευρώ. Η έξοδος από την Ευρωζώνη δυστυχώς είναι πλέον μονόδρομος. Όποιος γνωρίζει από οικονομικά οφείλει να το παραδεχτεί. Και πρώτοι από όλους το γνωρίζουν όσοι αποτελούν ή υπηρετούν αυτό το τραπεζικό, επιχειρηματικό και πολιτικό κατεστημένο που μας έφερε εδώ. Είναι αυτοί που προτείνουν απολύσεις στο Δημόσιο και περικοπές συντάξεων, μισθών και εργασιακών δικαιωμάτων για να ανακάμψει η οικονομία! Αυτό το παρεϊστικο σύστημα νεοφιλελεύθερων κρατικοδίαιτων θεωρητικών που κερδίζουν εκατομμύρια Ευρώ χωρίς να λαμβάνουν το παραμικρό ρίσκο και φορτώνουν στους φορολογούμενους την αποτυχία τους. Οι άνθρωποι αυτοί που διόρισαν στρατιές σε θέσεις στο Δημόσιο ή επέτρεψαν σε κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες τη λεληασία της δημόσιας περιουσίας και αφού κατέστρεψαν τη Χώρα, μιλάνε τώρα για ιδιωτικοποιήσεις, ανταγωνιστικότητα και άλλα πράγματα που είτε δεν καταλαβαίνουν είτε ερμηνεύουν κατά το δοκούν. Πρόκειται για μία δράκα ανθρώπων, η οποία βοηθούμενη από μία μεσαία τάξη, την οποία τώρα θέλει να συνθλίψει, έκανε το κράτος τσιφλίκι της, καταληστεύοντας τους δημόσιους πόρους και νοθεύοντας επί δεκαετίες τους κανόνες για να εξαλείψει τον ανταγωνισμό με τη βοήθεια μετριότατων ανθρώπων τους οποίους ανέδειξε σε πολιτική ελίτ μέσω των ΜΜΕ και των συνδικάτων που ελέγχει.





Έτσι στήθηκε ένα μεγάλο φαγοπότι όπου "όλοι τα φάγανε", αλλά μερικοί έτρωγαν φιλέτα μινιόν και χαβιάρι 3 φορές την ημέρα και οι περισσότεροι το σουσάμι από το κουλούρι κάθε 1η και 15. Ακούγεται κάπως αντιδημοκρατικό αλλά δυστυχώς όποιος εκφέρει αντίθετη άποψη είναι ή προδότης ή άσχετος ή αιθεροβάμων. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που με αγάπη για την πατρίδα επισημαίνουν ότι οι πρώτοι τουλάχιστον μήνες στη δραχμή θα είναι δύσκολοι και ότι οι Ευρωπαίοι θα υποχρεωθούν τελικά να μας βοηθήσουν για το δικό τους συμφέρον και έτσι δεν θα χρειαστεί να κηρύξουμε στάση πληρωμών. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν όμως ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι ούτως ή άλλως δύσκολοι, όπως και τα επόμενα χρόνια αν δεν απεμπλακούμε από μια καταρρέουσα Δύση με τρομακτικά ελλείμματα και χρέη που δεν είναι πλέον διαχειρίσιμα μακροπρόθεσμα και ότι η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν υπάρχει πια. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ, σίγουρα πάντως έφθινε από τότε που η Γερμανία έγινε πάλι πολύ μεγάλη για την Ευρώπη, τόσο μετά την Ένωση των δύο Γερμανιών όσο και κυρίως μετά την περιβόητη Διεύρυνση προς τους πάλαι ποτέ δορυφόρους της τους οποίους ανέκτησε μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Άρα θα πρέπει τώρα να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας έτσι ή αλλιώς. Έτσι γιατί οι άλλοι δεν έχουν πλέον συμφέρον να μας βοηθήσουν και αλλιώς γιατί αδυνατούν να μας βοηθήσουν ακόμη κι αν ήθελαν. Και αυτό ισχύει για όλους τους λαούς της Νότιας Ευρώπης.

Το Ευρώ καταρρέει γιατί αρχιτεκτονικά μπορούσε να λειτουργήσει μόνο εάν όλη η Ευρώπη είχε μία φωνή και αυτή η φωνή θα έπρεπε να είναι της Γερμανίας. Άρα δεν ήταν λάθος όπως αρχικά νομίσαμε. Ηταν μία παγίδα σε βάρος των λαών της Ευρώπης ακόμα και του ίδιου του Γερμανικού λαού που βιώνει άγρια λιτότητα μέσα σε συνθήκες ανάπτυξης και οικονομικής ευμηερίας. Συνεπώς κάτι καλό θα βγει από όλη αυτήν την ιστορία. Οι λαοί ξύπνησαν και τώρα είναι πλέον αδύνατο να πάνε για ύπνο πάλι. Το κίνημα κατά των αστικών "αντιπροσωπευτικών" διεφθαρμένων πολιτικών συστημάτων και των διεθνών τοκογλύφων και των τοποτηρητών τους είναι πλέον πανευρωπαϊκό και όσο η επίθεση σε βάρος των λαών θα μεγαλώνει τόσο αυτό θα δυναμώνει. Είναι φανερό ότι το "σύστημα" δεν εννοεί να καταλάβει ότι υπάρχουν κάποια όρια που όταν τα περνάς καίγεσαι. Και είναι θλιβερό να βλέπεις τη γενιά που έκανε την τελευταία επανάσταση να χρησιμοποιεί τώρα τα ίδια επιχειρήματα κατά των οποίων εκείνη μαχόταν. Η εικόνα της "Κόκκινης Μαρίας" με ταγιεράκι να καλεί τον κόσμο από τις Βρυξέλλες να κάτσει φρόνιμα είναι βγαλμένη από οσκαρική ταινία. Είναι βέβαιο ότι σύντομα η ανάφλεξη θα είναι παγκόσμια και κάτι νεό θα βγει από όλη αυτή την ιστορία. Σίγουρα κάτι καλύτερο αν και είναι μάλλον βέβαιο δυστυχώς ότι το Θηρίο δεν θα πεθάνει. Απλά θα μαζευτεί και θα περιμένει την επόμενη ευκαιρία. Ας φροντίσουμε λοιπόν να είμαστε κι αυτοί τη φορά με τους νικητές. Μόνο που αυτή τη φορά ας αποφύγουμε άλλο ένα νέο εμφύλιο. Η αγάπη για την Ελλάδα δεν είναι μόνο καθήκον, είναι και η λύση στα προβλήματά μας.








Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΤΥΦΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ

Εάν προσπαθήσει κάποιος να ξετυλίξει το κακοπλεγμένο πουλόβερ του νεοελληνικού Κράτους πρέπει να ξεκινήσει από το ξήλωμα της σημερινής εικόνας αυτού που αποκαλούμε «κράτος δικαίου». Όλες οι απόπειρες για «επανίδρυση του Κράτους», «επανάσταση του αυτονόητου» και άλλες τέτοιες «πιασάρικες» και μεγαλεπήβολες υποσχέσεις σκοντάφτουν στην ανυπαρξία κρατικού μηχανισμού. Ωστόσο, η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού ή ορθότερα η επανεκκίνηση του (reboot) δεν μπορεί να γίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται χρόνος, προσεκτικός σχεδιασμός, σφιχτό χρονοδιάγραμμα, ακριβής εκτίμηση κόστους και εξασφάλιση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, ταυτόχρονα δε απαιτείται ευρεία νομιμοποίηση και σταθερή πολιτική βούληση, στοιχεία δυσεύρετα στην ελληνική πολιτική πρακτική, ακόμη και στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, όπου θεωρητικά στη Χώρα ξεκίνησε μία νέα μακρά περίοδος εθνικής συμφιλίωσης, ευημερίας και δημοκρατικής διακυβέρνησης, που κατέληξε ωστόσο στην παρούσα κατάσταση της de facto στάσης πληρωμών του ελληνικού Δημοσίου.

Μέχρι όμως να μπορέσουμε να ξανακτίσουμε τη Χώρα από την αρχή, κάνοντας μία πραγματική επανάσταση, τι κάνουμε; Η περίφημη «μάχη της καθημερινότητας», την οποία έχουν χάσει όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων αφορά τα μικρά προσωπικά καθημερινά δράματα των ελλήνων πολιτών και λοιπών κατοίκων της Χώρας, η οποία ελλείψει κεντρικού σχεδιασμού έχει καταστεί ένα απέραντο φρενοκομείο, όπως πρώτος είχε διατυπώσει ορθά ο original ... Καραμανλής.

Αυτά τα προβλήματα δεν πρόκειται να λυθούν εάν δεν πάψουμε όλοι μας, λίγο ως πολύ, να αυθαιρετούμε και να κάνουμε δύσκολη τη ζωή ο ένας του άλλου. «Νόμοι υπάρχουν στην Ελλάδα αλλά δεν εφαρμόζονται». Από όλα τα στερεότυπα που ακούει κανείς στα μέσα μαζικής αποχαύνωσης αυτό είναι μακράν το πιο ανόητο. Σε μας τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, όλους τους νομικούς δηλαδή, είναι αυτονόητο, ή έστω θα έπρεπε να είναι, ότι ένας νόμος που δεν εφαρμόζεται είναι κακός νόμος. Είτε γιατί είναι ημιτελής, είτε γιατί είναι πρακτικά ανεφάρμοστος αφού δεν έχουν εξασφαλιστεί τα κονδύλια ή τα όργανα που απαιτούνται για την υλοποίησή του, είτε γιατί είναι αποσπασματικός και προσκρούει σε άλλους αντίθετους είτε γιατί έχει πολλές ή λίγες εξαιρέσεις, οι οποίες δεν έχουν δικαιοπολιτική βάση, Νόμος που δεν εφαρμόζεται και μένει γράμμα κενό είναι μια ανοικτή πληγή για την κοινωνία. Πρώτον γιατί δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας στους νομοταγείς πολίτες, δεύτερον γιατί αποθρασύνει τους ασυνείδητους ή τους λιγότερο κοινωνικά ευαισθητοποιημένους και τρίτον γιατί δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι υφίσταται κάποια ρύθμιση, η οποία υποτίθεται ότι θα ρυθμίζει την κοινωνική ειρήνη την ίδια στιγμή που όλοι στο μικρόκοσμό τους αντιλαμβάνονται ότι δεν λειτουργεί τίποτα.

Όσοι έρχονται σε επαφή με τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα σήμερα μένουν έκπληκτοι με την ανεπάρκειά της. Σε όλα τα δημοκρατικά και θεωρητικώς «ευνομούμενα» κράτη είναι δεδομένο ότι υφίστανται αρρυθμίες, αστοχίες, καθυστερήσεις, διαφθορά και στρεβλώσεις στο χώρο της δικαιοσύνης. Οι Έλληνες δικαστές προφανώς δεν είναι λιγότερο καταρτισμένοι ή ικανοί από τους συναδέλφους τους στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης και τις άλλες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ιαπωνία κλπ.). Πλέον ούτε τόσο κακοπληρωμένοι είναι αλλά ούτε και περισσότερο πολιτικά εξαρτώμενοι από τους ανωτέρω ομολόγους τους, αφού τα τελευταία χρόνια γίνεται μία μεγάλη προσπάθεια να εξασφαλιστεί το κύρος και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Φαινόμενα διαφθοράς και πολιτικών πιέσεων παρατηρούνται φυσικά στη χώρα μας αλλά ούτε και ο υπόλοιπος κόσμος είναι αγγελικά πλασμένος και όσοι έχει τύχει να έλθουν σε επαφή και με τη δικαιοσύνη άλλων χωρών θα το έχουν διαπιστώσει.

Αυτό που είναι εξοργιστικό στην Ελλάδα είναι αφενός οι απελπιστικά αργοί ρυθμοί της δικαιοσύνης, ιδίως δε η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων, και αφετέρου η αδυναμία του συστήματος να εξασφαλίσει την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Τρανή απόδειξη αυτού είναι και το γεγονός ότι η Χώρα μας έχει καταδικαστεί πολλάκις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) του Στρασβούργου για παραβίαση του δικαιώματος στη δίκαια δίκη (fair trial) λόγω των απίστευτων καθυστερήσεων και ταλαιπωριών στις οποίες η ελληνική δικαιοσύνη υποβάλει όσους προσφεύγουν σε αυτήν. Το ΕΔΑΔ, που λειτουργεί στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης και της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και όχι της Ευρ. Ένωσης, αποτελεί το φάρο της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο και έχει συμβάλει σημαντικά στον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης ασκώντας στα 50 και πλέον έτη λειτουργίας του δριμεία κριτική σε ανελεύθερα και δημοκρατικά καθεστώτα, καταδικάζοντας τα σε αποζημιώσεις υπέρ ανθρώπων που προσέφυγαν σε αυτό καταγγέλλοντας συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διακριτική μεταχείριση, βασανιστήρια ή άλλου είδους παράνομη συμπεριφορά εκ μέρους των Κρατών Μελών που έχουν υπογράψει και επικυρώσει την ΕΣΔΑ (όλες οι χώρες της ηπείρου).

Από μία άποψη είναι παρήγορο ότι η Χώρα μας καταδικάζεται τα τελευταία χρόνια όχι για παραβίαση δικαιωμάτων που αφορούν τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπως συνέβαινε αρκετά συχνά πριν από την Μεταπολίτευση, αλλά κυρίως είτε για παραβίαση των δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία (ακόμη και ο τέως προσέφυγε και δικαιώθηκε για την περιβόητη «βασιλική περιουσία»), κατά κανόνα λόγω ανεπαρκούς αποζημίωσης ή μεγάλων καθυστερήσεων οριστικής διευθέτησης σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων είτε για μεγάλες καθυστερήσεις σε δικαστικές διαδικασίες.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μιλάμε για ευνομούμενη πολιτεία όταν μία υπόθεση στο Συμβούλιο Επικρατείας (ΣτΕ), το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Χώρας μπορεί να διαρκέσει για περισσότερο από μία δεκαετία χωρίς να ληφθεί υπόψη και η διαδικασία που τυχόν έχει προηγηθεί στα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, η οποία συχνά φτάνει και αυτή τα 5-6 χρόνια. Παρόλο που το ΣτΕ θεωρείται κορυφαίο δικαιοδοτικό όργανο σε διεθνές επίπεδο, η καθυστέρηση αυτή πολλές φορές ακυρώνει στην πράξη το σκοπό της ίδρυσής του, δηλαδή την απονομή της δικαιοσύνης και το δικαστικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Αντίστοιχα, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για δικαιοσύνη όταν μία αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών προσδιορίζεται μετά από 1,5 με δύο χρόνια και εκδικάζεται μετά από 3 με 4 αναβολές, με αποτέλεσμα μία απόφαση να αναμένεται στην καλύτερη περίπτωση 3,5 με 4 χρόνια μετά την άσκηση της αγωγής. Αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται στα περισσότερα δικαστήρια της Χώρας.

Ακόμη και μια απλή διαταγή πληρωμής που εκδίδεται σε περιπτώσεις όπου ο αιτών έχει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση που αποδεικνύεται εγγράφως (π.χ. απαίτηση από επιταγή, συναλλαγματική, έγγραφη ομολογία χρέους κλπ.) και η οποία σε δικαστήρια της περιφέρειας εκδίδεται μέσα σε λίγες μόλις ημέρες, στο πρωτοδικείο Αθηνών μπορεί να εκδοθεί μετά από 4-5 μήνες. Εάν μάλιστα αυτός κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής και επιτύχει την αναστολή της εκτέλεσης, το οποίο συνήθως είναι σκανδαλωδώς εύκολο, τότε για να αποκτήσει τελεσίδικο τίτλο ο αιτών πρέπει να περιμένει από 2 έως και 4 χρόνια. Δεν είναι επομένως περίεργο που το μεγαλύτερο μέρος των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών παραμένουν ανεκτέλεστες αφού, όταν τελικά ο ενάγων ή ο αιτών καταφέρουν πλέον να αποκτήσουν εκτελεστό τίτλο σε βάρος του οφειλέτη τους, δεν βρίσκουν περιουσία επί της οποίας να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, καθώς ο οφειλέτης μπορεί να είναι άφαντος, να έχει πτωχεύσει ή ακόμη και να έχει αποδημήσει εις Κύριον, οπότε θα πρέπει πλέον να στραφούν κατά των κληρονόμων του σε ένα νέο γύρο ταλαιπωρίας. Η εκρηκτική κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην αγορά οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην ανασφάλεια δικαίου και στην κρίση ρευστότητας που προκαλούν τα «φέσια» που οδηγούν σε ένα διαρκές «ντόμινο» στάσης πληρωμών και οι ακάλυπτες επιταγές και τα λοιπά διαμαρτυρούμενα αξιόγραφα, που έχουν καταστεί χαρτιά χωρίς αντίκρυσμα, με αποτέλεσμα οι επισφάλειες όλων των συναλλασσομένων να έχουν χτυπήσει κόκκινο. Η σημερινή κατάσταση, όπου το Κράτος και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου οφείλουν δισεκατομμύρια σε επιχειρήσεις από προμήθειες, επιστροφή ΦΠΑ, κλπ., και σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς από επιχορηγήσεις και ενισχύσεις, την ίδια στιγμή που οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά δεν καταβάλλουν φόρους και εισφορές και οφείλουν δισεκατομμύρια στις τράπεζες και στους προμηθευτές τους, θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί σε μία πολιτεία όπου μπορεί κάποιος να προσφύγει στη δικαιοσύνη και να δικαιωθεί γρήγορα και αποτελεσματικά.

Στα ποινικά δικαστήρια η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις για εκσυγχρονισμό και επιτάχυνση των διαδικασιών, χιλιάδες άνθρωποι χάνουν πολλές ημέρες από την εργασία τους ως κατηγορούμενοι ή μάρτυρες υποθέσεων μικρής ποινικής απαξίας, όπως η οδήγηση χωρίς δίπλωμα, η μη ασφάλιση οχήματος, μια λανθασμένη ένδειξη σήμανσης προϊόντος σε περίοδο εκπτώσεων ή μία άλλη ήσσονος σημασίας αγορανομική παράβαση, μία εξύβριση, μία πολεοδομική παράβαση, μία πρόκληση σωματικής βλάβης από αμέλεια κλπ. Οι υποθέσεις αυτές αναβάλλονται από 2 έως και 10 φορές (!) και όταν τελικά εκδικάζονται έχουν ξεχάσει ακόμη και οι παθόντες (εάν υπάρχουν) σε τι αφορούσαν.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, όπως και σε άλλες αντίστοιχες οικονομικής φύσεως (π.χ. έκδοση ακάλυπτης επιταγής, οφειλές στο ΙΚΑ ή στο Δημόσιο κλπ.) ο κατηγορούμενος δεν είναι κάποιος … κακούργος αλλά κάποιος συνηθισμένος άνθρωπος που δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να πληρώσει ή ο οποίος ηθελημένα ή αθέλητα παραβίασε μία διάταξη νόμου, η οποία δεν έχει καμία δουλειά να βρίσκεται μέσα στο ποινικό δίκαιο, σκοπός του οποίου είναι να τιμωρεί με στερητική της ελευθερίας ποινή όσους διαπράττουν κάποιο αδίκημα, η κοινωνική απαξία του οποίου δικαιολογεί μία τέτοια ακραία τιμωρία της Πολιτείας σε βάρος του αδικοπρακτούντα.
Η Πολιτεία μας ξοδεύει λοιπόν το χρόνο δεκάδων δικαστών και χιλιάδων συμπολιτών μας μόνο και μόνο για να «τρομάξει» τους διωκόμενους και να τους υποχρεώσει να πληρώσουν χρηματικές ποινές στις οποίες μετατρέπονται στερεότυπα και αυτόματα όλες οι ποινές «φυλάκισης». Συχνά δε οι περισσότεροι «κακούργοι» που καταδικάστηκαν πέρα από δύο έως δέκα πρωινά καταναγκαστικής παραμονής στα δικαστήρια, εκτός εάν είναι από εκείνους που πλήρωσαν κάποιο δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει και έτσι κατέβαλαν ήδη τα ίδια λεφτά που θα πλήρωναν εάν καταδικάζονταν, δεν χρειάζεται καν να καταβάλουν τις ποινές αφού έχουν καθαρό ποινικό μητρώο ή έχουν στο μητρώο τους ελάχιστες ποινές ήσσονος σημασίας και έτσι επιτυγχάνουν αναστολή της ποινής τους! Οι δε μάρτυρες που δεν μπορούν καν να αντικατασταθούν πλην εξαιρέσεων είναι και οι μεγάλοι χαμένοι όλης αυτής της ιστορίας, γεγονός που κάνει πολλούς «παθόντες» να είναι εξαιρετικά απρόθυμοι να εμφανιστούν σε δικαστήριο άλλη φορά ακόμη κι αν γνωρίζουν κάτι σημαντικό καθώς δεν θέλουν να «ξαναμπλέξουν».

Αντί όλης αυτής της κατάστασης «τσίρκου», το Κράτος θα μπορούσε απλώς να επιβάλλει σε αυτές τις περιπτώσεις ένα εύλογο πρόστιμο (και όχι ένα εξοντωτικό, το οποίο δεν θα εισπράξει ποτέ, αφού ο πολίτης θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη και θα αναστείλει κατά κανόνα την καταβολή του, εν όλω ή εν μέρει), με σκοπό να αποτρέψει την ανομία και όχι να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα. Έτσι, το Κράτος υποβάλει τους πολίτες στη βάσανο της ποινικής δίωξης, την οποία θα έπρεπε να επιφυλάσσει μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις αντικοινωνικής συμπεριφοράς, για δημοσιονομικούς κυρίως λόγους, με αμφίβολο μάλιστα αποτέλεσμα εάν λάβουμε υπόψη τόσο το κόστος συντήρησης του ούτως ή άλλως άκρως αναποτελεσματικού μηχανισμού είσπραξης των ποινών όσο και την απροθυμία των πολιτών να καταβάλλουν τα χρήματα αυτά. Ομοίως, θα έπρεπε να δίνεται η δυνατότητα σε υποθέσεις που διώκονται κατ’ έγκληση να λύνονται εξωδικαστικώς ακόμη και μία μέρα πριν την εκδίκαση της υπόθεσης ώστε να αποσυμφορηθούν τα υπερφορτωμένα πινάκια από πλήθος περιττών υποθέσεων.

Φυσικά, όλη αυτή η κατάσταση δεν επιτρέπει στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές να επικεντρωθούν στις σοβαρές υποθέσεις, οι οποίες αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης ανομίας, όπου όσοι έχουν χαμηλές ηθικές αντιστάσεις αποθρασύνονται και αυθαιρετούν ανενόχλητοι, γνωρίζοντας ότι θα ωφεληθούν πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσαν να ζημιωθούν σε περίπτωση που θα συλλαμβάνονταν και θα καταδικάζονταν αμετάκλητα μετά από μία πενταετία στη χειρότερη – γι΄ αυτούς - περίπτωση. Ενόσω λοιπόν η εγκληματικότητα αυξάνεται και παίρνει πλέον οργανωμένη μορφή, οι Αρχές ασχολούνται με πράγματα τα οποία θα έπρεπε να λύνονται πολύ πιο άμεσα και πάντως να μην απασχολούν τους ελάχιστους εισαγγελείς και ποινικούς δικαστές της Χώρας.

Αναρωτιέται λοιπόν εύλογα κανείς: προς τι όλη αυτή η φασαρία. Τις ωφελείται;
Οι δικηγόροι; Όχι, γιατί οι μεγάλες καθυστερήσεις και ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων οδηγούν τελικά σε απώλεια δικηγορικής ύλης ουσίας, αφού πολλοί συμπολίτες μας δεν μπαίνουν καν στον κόπο να προσφύγουν στη δικαιοσύνη ακόμη και για σοβαρές υποθέσεις γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες να δικαιωθούν ή γενικότερα «να βγάλουν άκρη» και μάλιστα έγκαιρα και οικονομικά είναι πολύ μικρές। Η απαξίωση του θεσμικού ρόλου του δικηγόρου και η υποβάθμιση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος στην Ελλάδα οφείλεται εν πολλοίς και σε αυτή την ενασχόληση πολλών συναδέλφων με υποθέσεις ήσσονος σημασίας, οι οποίες λόγω της γενικότερης κατάστασης ταλαιπωρούν τους διαδίκους και τους επιβαρύνουν οικονομικά, συνήθως άνευ σοβαρού λόγου.

Οι δικαστές; Όχι, γιατί μέσα σε αυτό το νοσηρό κλίμα αντιλαμβάνονται και αυτοί ότι αδυνατούν να αποδώσουν δικαιοσύνη, με αποτέλεσμα να φθείρεται τόσο το προσωπικό κύρος τους όσο και αυτού του θεσμού που υπηρετούν. Ο δικαστής είναι δημόσιος λειτουργός, άρα πρέπει να βρίσκεται στην υπηρεσία του πολίτη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο τόσο για την ποιότητα των υπηρεσιών του όσο και για ήθος του. Είναι φανερό ότι η γενικότερη αδιαφάνεια αλλά και η ατιμωρησία που έχει καθιερωθεί σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα έχει εκδηλωθεί και στο χώρο της δικαιοσύνης. Εκεί ωστόσο είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη λόγω της τεράστιας σημασίας του θεσμού. Το γεγονός ότι ελάχιστοι δικαστές έχουν κριθεί ανεπαρκείς ή έχουν παυθεί για σοβαρά παραπτώματα τα τελευταία χρόνια, παρόλο που στο ίδιο χρονικό διάστημα έχουν αναδειχθεί αρκετές σοβαρές περιπτώσεις διαφθοράς και ανικανότητας, καταδεικνύει μία γενικότερη παράλυση στο χώρο, η οποία οδηγεί σε μία αμφισβήτηση του θεσμού και σε ένα γενικότερο έλλειμμα εμπιστοσύνης, το οποίο προκαλεί κοινωνική αναταραχή. Οι δικαστές έχουν κάθε λόγο να δουν μία δραματική βελτίωση της εικόνας που επικρατεί σήμερα στο χώρο τους, καθώς είναι και αυτοί από τους μεγάλους χαμένους της σημερινής κατάστασης.

Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις; Ούτε και εκείνοι, και σίγουρα όχι εκείνοι που θέλουν να τηρούν τους νόμους. Χωρίς αποτελεσματική δικαιοσύνη, ο πολίτης που αδιαφορεί για το Νόμο νιώθει ασφαλής απέναντί του ενώ ο πολίτης που αδικείται ή που νιώθει αδικημένος παίρνει πολλές φορές «το Νόμο στα χέρια του» και αποφασίζει να αυθαιρετήσει γνωρίζοντας ότι οι συνέπειες δεν θα είναι τόσο σοβαρές και πάντως θα είναι λιγότερες από το να συνεχίσει «με το σταυρό το χέρι». Αυτό όμως μετατρέπει σταδιακά την κοινωνία σε ζούγκλα με αποτέλεσμα στο τέλος να βγαίνουμε όλοι χαμένοι. Η κατάσταση που επικρατεί σήμερα είναι ενδεικτική του ποια είναι η κατάληξη μία κοινωνίας στην οποία δεν άρχει ο Νόμος.

Άρα οι μόνες κερδισμένες από αυτήν την κατάσταση είναι η αυθαιρεσία και η ανομία. Η επόμενη λογική ερώτηση λοιπόν είναι : Γιατί δεν κάνει κανείς κάτι;

Η απάντηση είναι δυστυχώς πολύ απλή: Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να μην κάνεις απολύτως τίποτα από το να κάνεις κάτι, ιδίως εάν δεν έχεις όραμα, γνώσεις και ειλικρινή διάθεση να προσπαθήσεις να κάνεις κάτι για το γενικό καλό και όχι για εσένα τον ίδιο ή αυτούς που σε στηρίζουν. Ταυτόχρονα, είναι αλήθεια ότι για να γίνει οποιαδήποτε θεσμική αλλαγή πρέπει να υπάρξει ευρεία συναίνεση και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός. Πώς να βρεθεί λοιπόν κάποιος να κρεμάσει το κουδούνι στην ουρά τη γάτας σε αυτήν την ιλουστρασιόν μηντιακή κληρονομική, ελέω Κεφαλαίου, δημοκρατία, που είναι η αιτία και ταυτόχρονα το αποτέλεσμα της έντονα συγκρουσιακής και δυσλειτουργικής νεοελληνικής κοινωνίας;

Όταν βρεθεί αυτός ο Χριστιανός (ή και άλλου θρησκεύματος ή και άνευ αυτού, για να είμαστε και στο κλίμα της εποχής) παρακαλείται να θυμάται τα εξής:

1. Χάρη στη διεθνή εμπειρία και στην τεχνολογία, γνωρίζουμε σήμερα ότι δεν χρειάζεται να έχουμε σε έγχαρτη μορφή όλα τα επίσημα έγγραφα, τα οποία πρέπει να στοιβάζουμε σε κτίρια χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων ούτε να πολτοποιούμε σχετικά δικογραφιών κάθε τόσο. Μπορούμε απλώς να τα σκανάρουμε («σαρώνουμε» ελληνιστί) και να τα αποθηκεύουμε σε σκληρούς δίσκους, τηρώντας και εφεδρικά αρχεία (για να μην χάνονται κάθε τόσο κάτω από περίεργες συνθήκες ή εξαιτίας αστάθμητων παραγόντων, όπως πλημμύρες, πυρκαγιές κλπ.), ούτως ώστε να έχουμε εύκολη πρόσβαση σε αυτά ανά πάσα στιγμή και μάλιστα, εφόσον το επιθυμούμε, και διαβαθμισμένη ή/και απομακρυσμένη. Το κόστος της ψηφιοποίησης των εγγράφων και της «ηλεκτρονικοποίησης» των διαδικασιών είναι κυριολεκτικά αστείο μπροστά στην ωφέλεια που θα αποκομίσουμε. Σε ό,τι αφορά τέλος την ασφαλή τήρηση των εγγράφων και εδώ η τεχνολογία έχει αποδείξει ότι τα διαθέσιμα μέσα επιτρέπουν με πολύ λογικότερο κόστος και πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια τη διαχείριση των ηλεκτρονικών δεδομένων από την αντίστοιχη των χειρόγραφων.

2. Το δικονομικό δίκαιο είναι τελείως απαρχαιωμένο και απηχεί τεχνολογικά δεδομένα της δεκαετίας του 1970. Δεν είναι δυνατό, φερ’ ειπείν, σήμερα να μην επιτρέπεται (μόνο στην Ελλάδα) η αποστολή δικογράφων και σχετικών ή / και εξωδίκων μέσω συστημένων ταχυδρομικών αποστολών ή ταχυμεταφορών ή να τηρούνται τα πρακτικά στις δίκες, πλην του πολυμελούς πρωτοδικείου, χειρόγραφα, τη στιγμή που το κόστος της μαγνητοφώνησης και απομαγνητοφώνησης των συνεδριάσεων είναι μηδαμινό. Οι επιτροπές που έχουν οριστεί για την υιοθέτηση των νέων κωδικών πολιτικής και ποινικής δικονομίας συνεδριάζουν επί σειρά ετών χωρίς ακόμη να έχουν ολοκληρώσει το έργο τους ενώ και η επιτροπή που εξετάζει τρόπους για την επιτάχυνση της διοικητικής δικαιοσύνης εξέδωσε πρόσφατα ένα τελείως άτολμο πόρισμα, η υιοθέτηση του οποίου ελάχιστα πράγματα θα άλλαζε ούτως ή άλλως.

3. Το μεγαλύτερο μέρος της ταλαιπωρίας που υφίστανται σήμερα οι διάδικοι δεν απαιτεί θεαματικές λύσεις αλλά απλή πρακτική σκέψη. Για παράδειγμα, εάν τα μέρη μπορούσαν να συμφωνούν αναβολές ακόμα και μερικές μέρες πριν από τη δικάσιμο και να ενημερώνουν τις γραμματείες των δικαστηρίων ώστε τα πινάκια των δικαστηρίων να περιλαμβάνουν μόνο τις υποθέσεις που θα εκδικαστούν, η αποφυγή χιλιάδων άσκοπων ανθρωποωρών θα επιτυγχανόταν χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Αντίστοιχα, οι διάδικοι θα πρέπει να εξετάζουν μάρτυρες ενώπιον δικαστηρίων μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο, ώστε να μην χρειάζεται να περιμένουν άνθρωποι ατέλειωτες ώρες στα ακροατήρια ή να προσδιορίζονται αριθμός υποθέσεων στα πινάκια που είναι φύσει αδύνατο να συζητηθούν στη συγκεκριμένη δικάσιμο. Αυτά τα πράγματα ακούγονται σχεδόν αστεία στους έλληνες δικηγόρους όταν είναι αυτονόητα σε όλα σχεδόν τα κράτη της ΕΕ, ακόμη και σε κείνα που πριν από λίγα χρόνια ήταν πολύ πιο γραφειοκρατικά και τυπολατρικά από το δικό μας.

4. Ένα άλλο απαράδεκτο φαινόμενο της ελληνικής δικαιοσύνης είναι ότι ο έλληνας δικαστής είναι δυσπρόσιτος και απομονωμένος από την κοινωνία σε μία παρεξηγημένη εκδοχή της ανάγκης για αμεροληψία και μίας σχετικής απόστασης από την οποία οφείλουν οι δικαστές να κρίνουν τα πράγματα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει οι διάδικοι να μπορούν να βρίσκουν τους δικαστικούς λειτουργούς ανά πάσα στιγμή και να επικοινωνούν μαζί τους ακόμη και με e-mail, υπό τον αυτονόητο φυσικά όρο της απόλυτης διαφάνειας στην επικοινωνία αυτή. Για μεγαλύτερη ασφάλεια, αυτό θα μπορούσε να γίνεται και με τη χρήση πιστοποιημένων ηλεκτρονικών υπογραφών, για τις οποίες υπάρχει πλέον και σαφές νομικό πλαίσιο και οι κατάλληλες τεχνικές δυνατότητες ωστόσο στην Ελλάδα η χρήση τους είναι ακόμη σε εμβρυακό επίπεδο.

5. Σε πολλές βιοτικές σχέσεις πρέπει να καθιερωθεί η υποχρεωτική (και όχι απλώς η προαιρετική που φαίνεται ότι δεν προχωρά) διαιτησία ενώπιον π.χ. του εμπορικού επιμελητηρίου, προκειμένου περί εμπορικών διαφορών ή ειδικών διοικητικών επιτροπών που θα εξετάζουν παράπονα καταναλωτών κατά εμπόρων, προκειμένου τα δικαστήρια να απαλλαγούν από υποθέσεις όπου η διαφορά δεν εδράζεται σε ουσιώδη νομικά ζητήματα αλλά στη συνδρομή των πραγματικών προϋποθέσεων της εφαρμογής μία διάταξης νόμου (π.χ. το εάν χρωστάει κάποιος ποσό ή εάν έχει εξοφλήσει και πως, δεν πρέπει να απασχολεί δικαστές αλλά πιστοποιημένους διαιτητές). Η περίφημη «εναλλακτική επίλυση διαφορών» που σήμερα είναι ο κανόνας στα περισσότερα κράτη της Ευρ. Ένωσης είναι ανύπαρκτη στην Ελλάδα όχι γιατί οι Έλληνες είναι δικομανείς, όπως ισχυρίζονται μερικοί, αλλά γιατί στη χώρα μας δεν υπάρχει κατ’ ουσίαν μία λειτουργική διαδικασία εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, η οποία θα μπορούσε αφενός μεν να απονείμει δικαιοσύνη με χαμηλό κόστος και μεγαλύτερη ταχύτητα και αφετέρου να υπάγεται κατ΄ έφεσιν στο δικαστικό έλεγχο, ούτως ώστε να πληρούνται και οι συνταγματικές διατάξεις περί παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια.

6. Για όσες υποθέσεις παραμείνουν στη Δικαιοσύνη, τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει σε ένα σημαντικό ποσοστό τους να λογίζονται ως ανταποδοτικά τέλη και να περιλαμβάνουν το πραγματικό κόστος της απασχόλησης της δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένου του κόστους συντήρησης των κτιρίων, της αμοιβής και των δαπανών των δικαστών, οι οποίοι πρέπει επιτέλους να έχουν προϋπολογισμό και για τήρηση οργανωμένου γραφείου (γραμματέα, ασκούμενο για έρευνα κλπ.), όπως στις περισσότερες χώρες, και των λοιπών παραγόντων της δίκης καθώς και εύλογη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου. Επίσης τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να προκαταβάλλονται από το διάδικο που εκκινεί τη διαδικασία, όπως συμβαίνει στις περισσότερες σοβαρές χώρες, εκτός των εξαιρέσεων που γνωρίζει και το δίκαιο μας, όπως π.χ. οι εργατικές υποθέσεις, οι διατροφές κλπ., ούτως ώστε ο πολίτης που θα προσφεύγει στη δικαιοσύνη να το κάνει μόνο όταν πραγματικά το χρειάζεται και όχι απλά για να κερδίσει χρόνο ή για να εξυπηρετήσει κάποια άλλη σκοπιμότητα. Απαραίτητη κρίνεται εδώ η αναβάθμιση ενός άλλου ελάχιστα αξιοποιημένου θεσμού στην Ελλάδα, του γνωστού διεθνώς ως Legal Aid (Παροχή Νομικής Συνδρομής), της προκαταβολής δηλαδή από την Πολιτεία των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβάλλονται άνθρωποι που χρειάζεται να προσφύγουν στη δικαιοσύνη χωρίς να έχουν τα ανάλογα οικονομικά μέσα. Η λειτουργία του θεσμού αυτού είναι απαραίτητη προκειμένου να αμβλύνει τυχόν κοινωνικές αδικίες και να επιτρέπει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στους οικονομικά ασθενέστερους. Το κόστος του Legal Aid δεν χρειάζεται καν να επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό αφού στα περισσότερα κράτη καλύπτεται κατά το μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος του από ένα ποσοστό του κόστους της δικαστικής δαπάνης που καταβάλλουν οι πολίτες σε όλες τις υποθέσεις (ως ένα είδος «cross charging - σταυροειδούς ενίσχυσης»). Στην Ελλάδα η παροχή νομικής συνδρομής, η οποία καθυστέρησε ούτως ή άλλως δραματικά, υπολειτουργεί ακόμη και σήμερα και ο μόνος λόγος που δεν έχει προκαλέσει κοινωνική έκρηξη είναι ότι τα δικαστικά έξοδα είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη και δεν καλύπτουν ούτε καν ένα ουσιαστικό μέρος του συνολικού κόστους της δικαιοσύνης. Πέραν της μεγάλης επιβάρυνσης του προϋπολογισμού, το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η εικόνα που αντιμετωπίζουν οι έλληνες πολίτες στα δικαστήρια σήμερα.

7. Σε ό,τι αφορά το κόστος είναι σαφές ότι η Δικαιοσύνη μπορεί και θα πρέπει σε ένα βαθμό να είναι αυτοχρηματοδοτούμενη, το δε μέρος που αφορά τη συμμετοχή της Πολιτείας θα πρέπει να καταβάλλεται αγόγγυστα αφού ο θεσμός αυτός είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας και χωρίς αυτήν η κατάσταση θα εκτροχιαστεί, όπως λίγο ως πολύ συμβαίνει σήμερα.

8. Τέλος, η δικαιοσύνη θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση σε αυτή θα είναι αποτελεσματική, άρα πρέπει μέσα σε σύντομο χρόνο να επιλύει τη διαφορά. Αυτό δεν αφορά μόνο την αστική και ποινική δικαιοσύνη αλλά και την διοικητική και ίσως πρωτίστως αυτή. Οι αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται εντός αυστηρά καθορισμένης προθεσμίας, όχι δίκην «ευχής», όπως ισχύει σήμερα στην Ελλάδα αλλά κατά τρόπο υποχρεωτικό, όπως συμβαίνει ακόμα και στα δικαστήρια χωρών με πολύ κατώτερο σύστημα δικαίου (π.χ. Αίγυπτος, Ρουμανία). Καμία δε υπόθεση δεν θα πρέπει να λήγει σε πρώτο βαθμό αργότερα από ενάμιση χρόνο και αφού έχουν εξασφαλιστεί εξαρχής (π.χ. εγγύηση, συντηρητική κατάσχεση κλπ) εχέγγυα ώστε το ηττηθέν μέρος να συμμορφωθεί με την απόφαση που θα εκδοθεί. Αντίστοιχα, η περίοδος επίτευξης τελεσιδικίας (είτε με την παρέλευση της προθεσμίας έφεσης είτε με την έκδοση και της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) δεν πρέπει να υπερβαίνει τη διετία και ακόμη και εάν ζητείται η αναίρεση κάποιας απόφασης αυτή να εκδικάζεται και πάλι άμεσα. Άλλωστε, μέσα σε ελάχιστα χρόνια ορθής λειτουργίας, ο όγκος των υποθέσεων θα μειωθεί δραματικά όσο θα μειώνεται και η αυθαιρεσία τόσο των πολιτών όσο και του Κράτους. Ταχείες θα πρέπει να γίνουν τέλος και οι διαδικασίες και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του ανώτατου δικαστηρίου που ελέγχει τις δημόσιες δαπάνες, αλλά και όλων των διοικητικών οργάνων με δικαιοδοτική αρμοδιότητα ούτως ώστε το Κράτος να πάψει να εφαρμόζει το Νόμο κατά το δοκούν.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω μέτρα είναι απλώς ενδεικτικά και θα μπορούσαν να αποφέρουν θεαματικά αποτελέσματα με ελάχιστο κόστος και μέσα σε ελάχιστους μήνες. Ουδείς θα μπορούσε να προβάλει κάποια πειστική αντίρρηση σε βάρος τους καθώς το μόνο που προσβάλλουν είναι απαρχαιωμένες πρακτικές χωρίς κανένα όφελος. Ωστόσο τα μέτρα αυτά ίσως να μην επαρκούν για να αλλάξουν άρδην το αρνητικό κλίμα και τη γενικότερη κρίση του θεσμού. Μετά από μία προσεκτική εξέταση των λόγων για τους οποίους σήμερα η δικαιοσύνη δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό της είναι πιθανό οι αρμόδιοι να καταλήξουν ότι θα απαιτηθούν και πρόσθετα μέτρα με μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας, όπως η κάλυψη των οργανικών κενών που είναι σήμερα τεράστια, η επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων που έχει αποτελέσει αγκάθι σε πολλές προσπάθειες βελτίωσης των συνθηκών στο παρελθόν, ή η μείωση του χρόνου των δικαστικών διακοπών, η διάρκεια των οποίων ιδίως στην τακτική διαδικασία των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων αποτελεί άλλη μία ... παγκόσμια πρωτοτυπία. Ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, οποιαδήποτε κωλυσιεργία είναι εγκληματική. Δεν είναι δυνατό να ανεχόμαστε να εκδικάζονται υποθέσεις μετά από τέσσερα έως δέκα χρόνια για οποιοδήποτε λόγο. Οι κοινωνικές συνέπειες αυτής της καθυστέρησης είναι ανυπολόγιστες και εάν για την εξάλειψη του φαινομένου απαιτούνται περισσότεροι δικαστές και εισαγγελείς ή και περισσότεροι δικαστικοί γραμματείς αυτοί θα πρέπει να διοριστούν άμεσα. Ήδη τα οργανικά κενά είναι τεράστια και σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την έλλειψη δικαστικών λειτουργών ο «δικηγορικός πληθωρισμός» που παρατηρείται στη χώρα μας, άλλο ένα φαινόμενο που οφείλεται στις ευρύτερες αδυναμίες του Κράτους μας, εξασφαλίζει πολλούς ενδιαφερομένους για τις σχολές δικαστών και εισαγγελέων.

Κατά συνέπεια, η καλύτερη εφαρμογή του Νόμου, ακόμη και έτσι όπως αυτός έχει σήμερα, ανεπαρκής και δαιδαλώδης, θα μπορούσε να αλλάξει άρδην την εικόνα της Χώρας μας με ελάχιστο κόστος και μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (λιγότερο από 2-3 χρόνια). Φυσικά, αυτό που θα ολοκλήρωνε μία επαναστατική μεταρρύθμιση, και πάλι χωρίς ιδιαίτερο κόστος και εντός πολύ ευλόγου χρονοδιαγράμματος, θα ήταν μία οργανωμένη προσπάθεια για μία ευρεία ομογενοποίηση και απλοποίηση της δαιδαλώδους και αποσπασματικής νομοθεσίας που υπάρχει σήμερα (φαινόμενο μοναδικό μεταξύ των κρατών του ΟΟΣΑ αν και πολύ συνηθισμένο στον … Τρίτο Κόσμο).

Εάν τόσο ο πολίτης όσο και το Κράτος μπορούν να στραφούν δικαστικά κατά οποιουδήποτε αυθαιρετεί και να δικαιωθούν πλήρως και ταχέως, είναι βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα και ο νομοθέτης θα υποχρεωθεί να συμμορφωθεί στα νέα δεδομένα και να απαλείψει κάθε απομεινάρι αυθαιρεσίας και παραλογισμού που βρίσκονται διάσπαρτα στο δίκαιο μας. Συνεπώς η βελτίωση των συνθηκών στη δικαιοσύνη και ο εκσυγχρονισμός και ο εξορθολογισμός της νομοθεσίας, που μπορούν να γίνουν με ελάχιστο πολιτικό και οικονομικό κόστος, όπως προαναφέρθηκε, θα έχουν πρόδηλες ευεργετικές συνέπειες όχι μόνο στη μείωση της εγκληματικότητας και της αυθαιρεσίας εν γένει αλλά και στην πάταξη της φοροδιαφυγής, της γραφειοκρατίας και της αδιαφάνειας, φαινόμενα στα οποία αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό η ανεπάρκεια του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί αναντίρρητα το Μεγάλο Ασθενή της Χώρας.

Και εδώ θα πρέπει να τεθούν συγκεκριμένοι μετρήσιμοι στόχοι προκειμένου να παταχθούν τα τρία βασικά φαινόμενα που συνιστούν τη βάση της γραφειοκρατίας:

- Ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων και των πάσης φύσεως μητρώων: Αντί των δεκάδων νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων για Κ.Υ.Α. (κοινές υπουργικές αποφάσεις) που υπάρχουν σήμερα, οι αρμοδιότητες θα πρέπει να επανασχεδιαστούν σε μηδενική βάση και να καθιερωθεί σε όλη τη Δημόσια Διοίκηση ο θεσμός των αποφάσεων του ενός πολιτικού φορέα και του μοναδικού σημείου επαφής (One Stop Shop), με παράλληλη διασύνδεση των πάσης φύσεως μητρώων και επικοινωνίας των συναρμοδίων φορέων χωρίς τη μεσολάβηση των ενδιαφερομένων. Δεν είναι δυνατό σήμερα να αξιώνεται από τον πολίτη να προσκομίζει ένα σωρό έγγραφα που είναι ήδη διαθέσιμα στον κρατικό μηχανισμό επειδή οι υπηρεσίες δεν συνεννοούνται μεταξύ τους. Το κωμικοτραγικό εδώ είναι ότι ο Νόμος προβλέπει τέτοια εσωτερική διαδικασία, πλην όμως ο χρόνος που απαιτείται είναι απαγορευτικός, οπότε ο πολίτης προτιμά να κάνει μόνος του όλη τη δουλειά από το να περιμένει τις υπηρεσίες να κάνουν το καθήκον τους. Το χειρότερο όμως είναι ότι εδώ και δεκαετίες υπάρχει και το πρόγραμμα, το οποίο θα επέτρεπε τη διασύνδεση όλων των ηλεκτρονικών μέσων των φορέων του Δημοσίου: πρόκειται για το περίφημο «ΣΥΖΕΥΞΙΣ», το οποίο έχει στοιχίσει δισεκατομμύρια ευρώ στον ελληνικό λαό και το οποίο ακόμα υπολειτουργεί, παράλληλα φυσικά με όλη την περιττή χαρτούρα και την αθάνατη νεοελληνική νομενκλατούρα. Συνεπώς αντί να προσπαθεί η ελληνική κυβέρνηση να δημιουργεί παρακάμψεις τύπου Fast Track για τους «καλούς πελάτες», μπορεί απλά να βελτιώσει το σύνολο του θεσμικού πλαισίου και των υποδομών του, εκσυγχρονίζοντας και εναρμονίζοντας το σύνολο των διαδικασιών του Κράτους, αλλάζοντας άρδην την εικόνα του μέσα σε λιγότερο από μία πενταετία. Αντί να προτάσσει θεσμικές αλλαγές που απαιτούν ρήξεις και να ακολουθεί τακτικές που έχουν αποτύχει παταγωδώς όπου και εάν εφαρμόστηκαν, η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια σειρά από διαρθρωτικές αλλαγές, καταργώντας απαρχαιωμένες διαδικασίες και επιταχύνοντας το έργο της δημόσιας διοίκησης χωρίς να ανοίξει μύτη. Το μεγαλύτερο όφελος αυτής της διαδικασίας θα ήταν η ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας της κρατικής μηχανής τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Με τα κατάλληλα εργαλεία και μέσα σε πολύ λίγο χρόνο το Κράτος θα μπορούσε να διαθέτει ολοκληρωμένη και επίκαιρη εικόνα για κάθε τομέα λειτουργίας του, με ευεργετικές συνέπειες τόσο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων όσο και στον περιορισμό των περιττών δαπανών.

- Η χρήση του «χαρτιού»: Αυτή θα πρέπει να καταργηθεί πλήρως και να υιοθετηθεί η ηλεκτρονική διακυβέρνηση όχι μόνο στην επικοινωνία του πολίτη με το Κράτος αλλά και στην επικοινωνία των φορέων μεταξύ τους, όπως έχουμε άλλωστε υποχρέωση να κάνουμε εντός σχετικής προθεσμίας και βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας. Μόνο έτσι θα καθιερωθεί πλήρης διαφάνεια στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Προφανώς μιλάμε για μια ουσιαστική εδραίωση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και όχι για το κακόγουστο αστείο του «open gov.» που βλέπουμε σήμερα. Οι ιστοτόποι των δημοσίων φορέων δεν πρέπει να είναι διαφημιστικές καταχωρίσεις αλλά εργαλεία δουλειάς στην υπηρεσία του πολίτη. Σε όλες τις προοδευμένες χώρες το χαρτί αποκτά όλο και λιγότερη σημασία, αφού ακόμη και η πλαστογραφία είναι πιο δύσκολη στο περιβάλλον των ηλεκτρονικών υπογραφών, ιδίως όταν το Κράτος έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας των δικτύων και των συστημάτων του, όπως έχει άλλωστε υποχρέωση. Πολλές από αυτές τις ιστορίες καθημερινής τρέλας που ζούμε σήμερα στην Εφορία ή σε άλλες υπηρεσίες (π.χ. έναρξη, μεταβολή ή λήξη επιτηδεύματος, θεώρηση βιβλίων, υποβολή ή λήψη επικυρωμένων αντιγράφων κλπ.) θα ήταν παρελθόν αν μπορούσε κάθε πολίτης, όπως ακριβώς σήμερα πληρώνει τις οφειλές τους μέσω υπολογιστή (εκεί που το Κράτος ήθελε έσοδα βρήκε τρόπο να πατάξει το … Θηρίο της φοροδιαφυγής), να διεκπεραιώνει και όλες τις συναλλαγές με το Δημόσιο ηλεκτρονικά, και μάλιστα σε πραγματικό χρόνο και σε 24ώρη βάση. Αντίστοιχα, εάν αντί να ψάχνει απεγνωσμένα κανείς για απαντήσεις σε … κατεβασμένα τηλέφωνα, εύρισκε ό,τι χρειαζόταν σε εύχρηστους ιστοτόπους ή απευθυνόταν σε ενιαία κέντρα τηλεφωνικής υποστήριξης του Δημοσίου, όπου με μία εύλογη ελάχιστη επιβάρυνση (θα πρέπει κάποια στιγμή και στην Ελλάδα τα ανταποδοτικά τέλη να ορθολογικοποιηθούν και να πάψουν οι υπηρεσίες να επιβαρύνουν αδιάκριτα τον κρατικό προϋπολογισμό) θα μπορούσε να λάβει εύκολα όλες τις απαντήσεις, το τέρας της Γραφειοκρατίας θα ήταν μια δυσάρεστη ανάμνηση και η Ελλάδα θα ξαναέμπαινε τόσο απλά στο παγκόσμιο club των προοδευμένων κρατών, στο οποίο σήμερα δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι ανήκει.

- Το πανελλαδικό δίκτυο αποκεντρωμένων μονάδων Δημοσίων Αρχών: Σε ελάχιστες χώρες του ΟΟΣΑ υπάρχουν σε κάθε πόλη και … ραχούλα Δ.Ο.Υ., υποθηκοφυλακεία (άλλη πονεμένη ιστορία με αυτόν τον πλήρως απηρχαιωμένο θεσμό), πολεοδομίες, γραφεία κοινωνικοασφαλιστικών φορέων, κλπ. Σε ακόμη δε λιγότερες υπάρχουν δημόσια ταμεία, παράβολα, ένσημα κλπ. Τα δικαιώματα του Κράτους και τυχόν τρίτων δικαιούχων, όπου φυσικά υπάρχουν δικαιώματα υπέρ τρίτων, όπως χαρτόσημα (+ 20% υπέρ ΟΓΑ, ΗΜΑΡΤΟΝ!!!!), σπατόσημα, μεγαρόσημα, επικυρώσιμα, κλπ.), αφού κατά κανόνα έχουν καταργηθεί διεθνώς, καταβάλλονται ηλεκτρονικά και συγκεντρωτικά είτε στους ιστοχώρους των υπηρεσιών απευθείας μέσω προσωπικού υπολογιστή είτε και μέσω πιστοποιημένων τρίτων (π.χ. Τραπεζών, δημόσιων ή / και ιδιωτικών Κ.Ε.Π.). Στις περισσότερες χώρες ο πολίτης διεκπεραιώνει ηλεκτρονικά τη συναλλαγή του με την υπηρεσία, τα γραφεία της οποίας είναι συνήθως αποκεντρωμένα σε μία πόλη μακριά από την πρωτεύουσα, ώστε να επιτυγχάνεται έτσι και περιφερειακή ανάπτυξη. (π.χ. το Companies House, το Μητρώο Επιχειρήσεων της Βρετανίας, βρίσκεται στο Cardiff της Ουαλίας και όχι στο Λονδίνο). Αντίστοιχα, η υποβολή και διαχείριση αιτήσεων και η ενημέρωση των μητρώων γίνονται on line, οπότε η πιθανότητα κάποια βιβλία να τα φάνε … ποντικοί, όπως συνέβη στην Πολεοδομία Αθηνών, είναι μάλλον μηδαμινή! Είναι περιττό δε να αναφερθεί ότι στις χώρες που ο διοικούμενος δεν συναλλάσσεται πρόσωπο με πρόσωπο με τις υπηρεσίες και όλες οι συναλλαγές γίνονται εξ αποστάσεως και καταγράφονται ηλεκτρονικά, τα φαινόμενα διαφθοράς είναι εξαιρετικά σπάνια.

Ως μέλος, παλαιότερα, μίας από τις πολλές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές που συστήθηκαν για το Γενικό Εμπορικό Μητρώο, το οποίο «υλοποιείται» στη Χώρα μας τα τελευταία … είκοσι χρόνια, είμαι σε θέση να γνωρίζω από πρώτο χέρι πόσο εύκολα θα μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα τα παραπάνω, εάν υπήρχε ειλικρινώς διάθεση για αλλαγή. Χωρίς πολιτικό κόστος, συγκρούσεις ή πολιτική αντιπαράθεση, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν με τον τρόπο αυτό όχι μόνο τεράστια ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και χιλιάδες ανθρωποημέρες ετησίως τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Σκεφτείτε για παράδειγμα πόσες χιλιάδες τόνοι χαρτιού και πόσες ώρες σπαταλούνται για να υποβληθούν φάκελοι νομιμοποίησης σε δημόσιες αρχές ή και ιδιωτικούς φορείς (π.χ. τράπεζες, αντισυμβαλλομένους κλπ.) στα πλαίσια διαγωνισμών ή άλλων διαδικασιών αντί κάθε ενδιαφερόμενος να γνωστοποιεί απλά το ΑΦΜ του και όλες τις πληροφορίες να τις παίρνει η υπηρεσία ή κάθε ενδιαφερόμενος σε πραγματικό χρόνο (real-time) και πιστοποιημένα από δημόσιους ιστοχώρους ελεύθερης ή και διαβαθμισμένης πρόσβασης, με το πάτημα ενός, ή έστω λίγων, κουμπιών.

Το σημερινό μπάχαλο δεν οφείλεται σε ανεπάρκεια πόρων ή τεχνογνωσίας. Η μόνη λογική εξήγηση για το σημερινό χάλι είναι ότι είτε οφείλεται στην αδράνεια και την ανεπάρκεια όσων χειρίζονται τα δημόσια πράγματα στη Χώρα μας είτε θα πρέπει να αποδοθεί σε εσκεμμένη επιλογή όσων προτιμούν την αδιαφάνεια και την αδράνεια καθώς, ως γνωστό, «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται». Είναι πιθανό κάποιοι να πιστεύουν ότι η σημερινή κατάσταση δικαιολογεί εκατοντάδες ή και χιλιάδες θέσεις αργομίσθων, που επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό και κατ’ επέκταση τους συνεπείς φορολογούμενους (αυτούς τους λίγους «ήρωες» ή «χαζούς» ανάλογα με την προοπτική του καθενός). Αντίστοιχα, η διαφάνεια και η ταχεία επίλυση των διοικητικών θεμάτων που σέρνονται επί σειρά ετών θα «έκοβε το ψωμί» στους πάσης φύσεως μεσάζοντες, λομπίστες και «ποντικούς» που συναντά κανείς στους διαδρόμους ή και στα γραφεία των υπουργείων. Επομένως, αυτοί που βλέπουν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο, προφανώς δεν θέλουν τις αλλαγές. Το θέμα λοιπόν είναι: Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο; Πράγματι, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο αλλά δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο.

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ: ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ.

Στις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής δεν πήγα να ψηφίσω. Όπως δεν πήγα και στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές. Περιττό δε να αναφέρω ότι ούτε στο δεύτερο γύρο θα ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα. Όλες αυτές τις ημέρες πριν και μετά από τις εκλογές άκουσα δεκάδες πολιτικούς και δημοσιογράφους, αμφότερους επαγγελματίες της πολιτικής της επικοινωνίας και όχι της ουσίας, να απαξιώνουν τη στάση όλων όσοι δεν προσήλθαν στα εκλογικά κέντρα και προτίμησαν να πάνε για .. καφέ. Λες και δεν μπορούσε να πάει κανείς για καφέ πριν ή αφού ψηφίσει.

Άλλοι, πιο ψαγμένοι, επικαλέσθηκαν ως επιχείρημα το γεγονός ότι είτε ψηφίσεις είτε δεν ψηφίσεις κάποιος θα βγει από την κάλπη για να σε κυβερνήσει, οπότε δεν έχεις στείλει κανένα μήνυμα δια της αποχής σου. Πρόκειται φυσικά για άλλη μία ανοησία ή μία απρόσφορη απόπειρα απόκρυψης ή διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Η αποχή δεν είναι μεν φωνή αλλά σιωπή. Συχνά όμως ακόμα και η σιωπή είναι εκκωφαντική.

Και εγώ επέλεξα να σιωπήσω γιατί δεν είχα τίποτα να πω και κυρίως δεν άκουσα τίποτα που να με παρακινήσει να το ακολουθήσω. Ακούγοντας τον - κατά τα άλλα συμπαθή – εκ των βασικών εκφραστών της οικογενειοκρατίας στην Ελλάδα, Κυριάκο Μητσοτάκη να σημειώνει ότι οι πολίτες δεν πρέπει να απέχουν αν δεν εκφράζονται από κάποιο υποψήφιο αλλά να επιλέγουν το «μη χείρον» (sic), κατάλαβα ότι είχα επιλέξει σωστά. Είναι σαφές ότι το σύνολο του 40% περίπου των ψηφοφόρων που απείχαν αλλά και το 9% αυτών που προσήλθαν μεν (άρα 5,5% του συνόλου των εγγεγραμμένων) αλλά ψήφισαν άκυρο ή λευκό, δεν εξέφρασαν με τον τρόπο αυτό την αποδοκιμασία, την οργή ή την απόγνωσή τους έναντι σε ένα ασφυκτικό πολιτικό καταστημένο που λειτουργεί ούτως ή άλλως ερήμην τους.

Μέσα σε αυτό το σώμα των 4,5 εκατομμυρίων ανθρώπων υπάρχουν κάποιοι που αδιαφορούν πλήρως για τα κοινά, υπάρχουν αρκετοί που είναι διπλοεγγεγραμμένοι, που έχουν αποβιώσει και απλώς δεν έχουν διαγραφεί (δεν είναι δυνατό να είναι εν ζωή 9,9 εκ, πολίτες ηλικίας 18 ετών και άνω σε μία χώρα 11 εκ.) ή είναι ετεροδημότες ή/και απόδημοι που για πρακτικούς λόγους δεν μπόρεσαν να ψηφίσουν. Η συντριπτική πλειονότητα, ωστόσο, επέλεξε συνειδητά να μην νομιμοποιήσει ούτε μία διαδικασία τελείως αδιέξοδη ούτε τους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι λειτουργούν πλέον ως ζόμπι, αφού έχουν ολοκληρώσει το βιο-ιστορικό τους κύκλο, όπως είχε προ δεκαετίας σημειώσει ο ήδη μεταμεληθείς, πρώην διπλωμάτης, Δήμαρχος, αρχηγός κόμματος, βουλευτής και Υπουργός, κ. Δ. Αβραμόπουλος, διαχρονικά κρατικοδίαιτος και αυτός, όπως οι περισσότεροι πατέρες του Έθνους.

Εάν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι σε εθνικό επίπεδο το ΠΑΣΟΚ έλαβε ποσοστό 34,6% περίπου στις περιφερειακές εκλογές, καθώς δεν κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 1,8 εκ. ψήφους, θα διαπιστώσει ότι το κυβερνών κόμμα επιδοκιμάστηκε από μόλις το 20% του λαού παρά το εκβιαστικό δίλημμα που έθεσε ο πρωθυπουργός (ΠΑΣΟΚ ή .. εκλογές). Αντίθετα, δεν υπήρξαν μετρήσεις για τη λεγόμενη καθαρή «αποχή», αφού καμία εταιρεία δημοσκοπήσεων αλλά και κανένα μέσο ή κόμμα (ως γνωστό αυτά παραγγέλλουν συνήθως δημοσκοπήσεις) δεν θεώρησε σκόπιμο να ερευνήσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του σώματος αυτού των ψηφοφόρων (λόγοι αποχής, επίπεδο μόρφωσης, επάγγελμα κλπ.). Σε κάθε περίπτωση, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι στο σύνολο της Χώρας οι νέοι κάτω των 30 ετών δεν ψήφισαν σε ποσοστό 80%! Αντίστοιχα, στην Αθήνα η αποχή έφτασε στο σύνολο του πληθυσμού σε ποσοστό 52% περίπου, τάση που εμφανίστηκε λίγο ως πολύ και στο σύνολο των αστικών κέντρων. Με άλλα λόγια, αν απορεί κανείς ποιος ψήφισε την Κυριακή θα λέγαμε ότι κατά βάση στις κάλπες προσήλθαν μαζικά οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι κατά παράδοση θεωρούν χρέος τους να ασκούν ένα δικαίωμα για το οποίο χύθηκε πολύ αίμα και όλοι όσοι σχετίζονται με έναν ή περισσότερους από τους 17.000 υποψηφίους ή όσοι περιμένουν κάτι από αυτούς, κυρίως στην περιφέρεια, όπου η πελατειακή σχέση υποψηφίου και ψηφοφόρου συνεχίζει ακάθεκτη.

Εάν επιδιώξει λοιπόν να εξετάσει κανείς το προφίλ αυτού του Κινήματος της Αποχής, πολύ πιο αληθινού και μαζικού από το περιβόητο «Κίνημα των Αποδείξεων», του επίσης διαχρονικά κρατικοδίαιτου, κληρονομικώ δικαίω πολιτικού, κ. Παπακωνσταντίνου, θα διαπιστώσει ότι θα βρει εκεί μερικά από τα πιο υγιή τμήματα του ελληνικού λαού. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι όσοι ψήφισαν είναι κατώτερης ποιότητας, είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι απέχοντες είναι νέοι, χωρίς εξαρτήσεις ή δεσμεύσεις και κυρίως χωρίς παρωπίδες, οι οποίοι δεν τσιμπάνε πλέον ως αδαείς ιθαγενείς από «χάντρες και καθρεφτάκια». Τους ανθρώπους αυτούς δεν μπορείς να τους πείσεις με βομβαρδισμό ηλιθίων SMS, πόλωση, τηλεοπτικά spots της δεκάρας και τερτίπια τύπου «Γκρούεζα».

Γιατί οι άνθρωποι αυτοί αποστρέφονται τόσο την πολιτική και τους πολιτικούς; Η απάντηση είναι προφανής Με όλο το σεβασμό στον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, αυτοί που απέχουν έχουν σιχαθεί τα κομματόσκυλα, τα κοπρόσκυλα που διαβιούν παρασιτικά με κρατικούς πόρους, άρα με τα λεφτά μας, και τους κοπρίτες που λιάζονται στις καφετέριες μέρα μεσημέρι ενώ η αργομισθία τους στις ΔΕΚΟ και στα Υπουργεία «πέφτει» κανονικά (δεν έχει σε όλα άδικο ο Τόμσον του ΔΝΤ). Ο κόσμος έχει βαρεθεί να βλέπει τα ίδια πρόσωπα να τσακώνονται στα κανάλια και να ακούει τους σκυλοκαβγάδες των κατ’ επάγγελμα «εκπροσώπων» του Έθνους για το ποιος φταίει περισσότερο για την κατάντια μας. Η κομματικοποίηση έχει δηλητηριάσει τα πάντα, από την Ιερά Σύνοδο μέχρι τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και η πόλωση και ο διχασμός εξακολουθεί να κυριαρχεί στην πολιτική, ερήμην όμως πλέον των πολιτών, οι οποίοι στο σύνολο τους αρνούνται να ξαναγίνουν αφισοκολλητές και κλακαδόροι.

Φαινόμενα προπηλακισμού πολιτικών από πρώην οπαδούς τους δεν είχαν ξανακάνει την εμφάνισή τους στην Ελλάδα. Οι πολίτες καταδικάζουν το πολιτικό κατεστημένο στο σύνολο του και μαζί με αυτό και τα διαχρονικά φαινόμενα σήψης που παρατηρούνται: τους «επαγγελματίες» πολιτικούς, που χαίρουν προκλητικών προνομίων και ασυλιών ακόμα και στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε σήμερα καθώς και την προκλητική εύνοια που οι τελευταίοι επιδεικνύουν στους προσωπικούς τους στρατούς, που αποτελούνται είτε από φυγόπονους κρατικοδίαιτους κηφήνες τους οποίους διορίζουν στο κορεσμένο προ πολλού ευρύτερο δημόσιο τομέα με παχυλές αργομισθίες, είτε από άπληστους επίσης κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, τους οποίους γιγαντώνουν με στημένους διαγωνισμούς κρατικών προμηθειών.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ενώ ο Διεθνής Τύπος, που παρακολουθεί πλέον στενά τα τεκταινόμενα στη Χώρα, ερμηνεύει την τεράστια αποχή όχι μόνο ως έκφραση οργής και αηδίας για το πολιτικό σύστημα αλλά και ωρίμανσης του εκλογικού σώματος, ο εγχώριος Τύπος και ιδίως τα μεγαλύτερα προπύργια της διαπλοκής στη Χώρα μας, οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί, κωφεύουν. «Η αποχή δεν είναι λύση», μας διαβεβαιώνουν οι τηλεοπτικοί αστέρες, οι οποίοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η απαξίωση της πολιτικής στρέφεται και κατά των ιδίων και των πατρόνων τους, οι οποίοι στο σύνολο τους κάνουν μπίζνες με το Κράτος συναλλασσόμενοι με τα πρόσωπα που αναδεικνύουν ή/και επιβάλλουν στο πολιτικό προσκήνιο. Τα κρατικά κανάλια δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρουμε αφού το θεσμικό πλαίσιο που τα διέπει προεξοφλεί το ρόλο τους ως οργουελικών μέσων προπαγάνδας και πολιτικής ορθότητας, όπου τα κόμματα της Βουλής και της Ευρωβουλής εξαργυρώνουν την επιτυχία τους στις εκλογές σε τηλεοπτικό χρόνο με τον ίδιο τρόπο που εξασφαλίζουν κρατική ενίσχυση αποκτώντας έτσι αθέμιτο προβάδισμα έναντι άλλων πολιτικών κινήσεων.

Πρόσφατα, μία ομάδα επιφανών ομογενών οικονομολόγων, με επικεφαλής τον εκ των βραβευθέντων με το φετινό Νόμπελ Οικονομίας, Αγγλοκύπριο Καθηγητή του London School of Economics, Χριστόφορο Πισσαρίδη, υπέβαλε μία δέσμη προτάσεων για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση, οι οποίες προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη λόγω της ακραία νέο-φιλεύθερης προσέγγισης τους. Εντούτοις, μεταξύ των προτάσεων αυτών, υπήρχε και μία η οποία ούτε νεοφιλελεύθερη ήταν ούτε και ακραία. Συγκεκριμένα η Ομάδα πρότεινε να μην μπορεί κανείς να εκλέγεται σε αιρετό δημόσιο ή συνδικαλιστικό αξίωμα για περισσότερο από μία δωδεκαετία. Με βάση την εμπειρία της Χώρας κάτι τέτοιο μολονότι συνιστά περιορισμό της έκφρασης της «ελεύθερης βούλησης» του λαού, κρίνεται επιβεβλημένο αν αναλογιστεί κανείς ότι η πολιτική είναι το πιο «κλειστό επάγγελμα» στη Χώρα μας. Κι όμως η σοβαρή αυτή πρόταση πέρασε τελείως στα ψιλά των εφημερίδων, θάφτηκε δε τελείως από τα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης.

Δεν είναι θλιβερό σημείο των καιρών στην Κληρονομική Δημοκρατία μας να βλέπουμε τα ίδια φθαρμένα πρόσωπα επί δεκαετίες να κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή και όταν αυτοί αποσύρονται να μας αφήνουν τους επιγόνους τους ή άλλους συγγενείς, φίλους και συνεργάτες τους; Πως μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι στη Χώρα μας λειτουργεί η Δημοκρατία όταν υπάρχουν οικογένειες που έχουν τρεις ή τέσσερις γενιές πολιτικών, οι περισσότεροι των οποίων κατέρχονται στον πολιτικό στίβο χωρίς να έχουν καμία εργασιακή εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα, όπου το όνομα κάποιου δεν αρκεί για την επαγγελματική καταξίωση και ανέλιξη του; Αφήνουμε τελείως το θέμα ότι η χώρα έχει κυβερνηθεί επί δεκαετίες από δύο οικογένειες, το οποίο από μόνο του θα αρκούσε για να αποτελέσει πλήρη απόδειξη του ελλείμματος δημοκρατίας που βιώνουμε.

Άρα ποιες ακριβώς είναι οι διαθέσιμες επιλογές του λαού; Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, ο κολαούζος που θέλει να συγκυβερνήσει την Ελλάδα, η κόρη του Δράκουλα ή τα αριστερά κόμματα που αρκούνται να καταγγέλλουν χωρίς να έχουν κυβερνητική πρόταση;

Ωστόσο, ακόμα και εάν θεωρούσαμε ότι μπορεί κάποιος από αυτούς που ζητούν την ψήφο μας να την αξίζει πράγματι (και σίγουρα υπάρχουν τέτοιοι μέσα στη γενική καταχνιά), τι περιθώρια έχει να ασκήσει αυτόνομη πολιτική χωρίς να λαμβάνει γραμμή από την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες, και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες; Κι αν στις βουλευτικές εκλογές στην ουσία ψηφίζουμε για Δήμαρχο παρά για πρωθυπουργό (αφού τη διακυβέρνηση της Χώρας έχουν αναλάβει πλέον ο Τρισέ και ο Στρος Καν) αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς ψηφίσαμε στις δημοτικές εκλογές.

Υπενθυμίζεται μάλιστα ότι οι εκλογές ήταν θεωρητικά, και μόνο, αυτοδιοικητικές αφού όλα τα κόμματα τους προσέδωσαν χαρακτηριστικά δημοψηφίσματος σχετικά με την έγκριση ή την απόρριψη της ξενόδουλης νέο-φιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθεί η κατ’ όνομα «σοσιαλιστική» ελληνική κυβέρνηση. Συνεπώς ακόμα και εάν κάποιος ήθελε πράγματι να επιλέξει τους κατάλληλους ανθρώπους για τοπικούς άρχοντες, το βέβαιο είναι ότι η πόλωση και η κομματικοποίηση αυτών των εκλογών, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έφερε σε δεύτερη μοίρα κάθε γόνιμη συζήτηση αυτοδιοικητικής φύσεως και προοπτικής.

Άλλωστε, η πολιτική λειψανδρία και το πολιτικό αδιέξοδο στο χώρο της αυτοδιοίκησης είναι εξίσου εάν όχι περισσότερο έντονα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι σύμφωνα με όλες τις σχετικές μετρήσεις, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελούν τις μεγαλύτερες εστίες διαφθοράς στη χώρα. Οι τοπικοί άρχοντες αναδεικνύονται σε πρωταθλητές συναλλαγής, αδιαφάνειας και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος, εκμεταλλευόμενοι το δαιδαλώδες θεσμικό πλαίσιο, την εγκληματική βραδύτητα της δικαιοσύνης και το διχαστικό κλίμα πόλωσης που καλύπτει κάθε προσωπική αποτυχία, ανεπάρκεια ή δόλια συμπεριφορά πίσω από τα τείχη της γενικευμένης σύρραξης μεταξύ των κυρίαρχων πολιτικών σχηματισμών.

Το πολιτικό μας σύστημα είναι τόσο διχαστικό και τόσο προσωποπαγές που απαγορεύει οποιαδήποτε νηφάλια προσέγγιση του παρελθόντος προκειμένου να αποφευχθούν τα ίδια λάθη στο μέλλον. Έτσι το σύνολο των πολιτικών μας αναλίσκεται στο να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα, να επινοεί ευφυολογήματα και συνθήματα αντί επιχειρημάτων και να διαπλέκεται με τις λοιπές εξουσίες (πλουτοκρατία, Τύπος, συνδικαλισμός, Εκκλησία, καθηγητικό κατεστημένο κλπ.) προκειμένου να επιβιώνει και να διατηρεί τα «μαγαζάκια» που θα κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές ανεπαρκών κρατικοδίαιτων κηφήνων.

Ενόσω όμως οι ηγέτες μας ακολουθούσαν επί χρόνια καθένας την προσωπική του διαδρομή, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας που αποκρυβόταν με τη βοήθεια του αλόγιστου δανεισμού, της ακατάσχετης παροχολογίας και των αθρόων προσλήψεων στο Δημόσιο, παρά την περί αντιθέτου ρητορεία όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων, γινόταν μία θηλειά στο λαιμό μας που όλο και έσφιγγε. Αντί να σκύψουμε πάνω στο πρόβλημα το κρύβαμε πρόχειρα κάτω από το χαλί ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα προσέξει το λόφο μέσα στο σαλόνι μας. Όταν αποφασίσαμε να πούμε πλέον την αλήθεια, ανεξάρτητα από τον, αν μη τι άλλο, περίεργο τρόπο που επέλεξε να το κάνει η σημερινή κυβέρνηση για το οποίο έχουν ήδη ειπωθεί πολλά, όλοι συμφωνούν ότι ήταν πλέον πολύ αργά. Αλλά και σήμερα που ομνύουμε υπέρ της ακρίβειας των στατιστικών μας στοιχείων, δεν μπορούμε παρά να ομολογήσουμε ότι δεν γνωρίζουμε πόσα ακριβώς χρωστάμε ούτε φυσικά και που θα τα βρούμε αφού προσποιούμαστε ότι διαθέτουμε φοροεισπρακτικό μηχανισμό, όπως κυνικά ομολόγησε σε πρόσφατη ομιλία του ο Υπουργός Οικονομικών, ήδη ένα χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, που περιλαμβάνουν φυσικά και τη βελτίωση ή και εκ του μηδενός δημιουργία τέτοιου μηχανισμού.

Δεν πρέπει τέλος να λησμονούμε ότι υπήρξαν και κάποιοι ωφελημένοι από τα ολέθρια «σφάλματα» των κυβερνήσεων που έφτασαν τη χώρα μας ως εδώ. Όλοι αυτοί παρέμειναν ατιμώρητοι, κάποιοι δε προβάλλουν σήμερα και ως ευεργέτες. Από την αποβιομηχάνιση της Χώρας και στην καταστροφή της αγροτικής παραγωγής, στη φούσκα του Χρηματιστηρίου, στις προκλητικές υπερκοστολογήσεις των μεγάλων έργων και των Ολυμπιακών Αγώνων, η λεηλασία του δημοσίου χρήματος και της κρατικής περιουσίας και η περιέλευση της ελληνικής οικονομίας στην παρούσα τραγική κατάσταση δεν είναι φυσικά φαινόμενο που προέκυψε τον τελευταίο χρόνο. Η χώρα μας κατέβαλε … μεγάλη προσπάθεια για να εξαντλήσει το οικονομικό και πολιτικό κεφάλαιο που είχε συσσωρεύσει κατά την τελευταία εικοσαετία, όπου οι ρυθμοί ανάπτυξής της υπήρξαν ιλιγγιώδεις. Η στρεβλή αυτή όμως ανάπτυξη που στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου στην κατανάλωση και στις εισαγωγές και διευκολύνθηκε την τελευταία δεκαετία από το φτηνό και εύκολο δανεισμό των χαμηλών επιτοκίων του ευρώ ήταν βέβαιο ότι θα είχε ημερομηνία λήξης. Αρκούσε με μία μεγάλη κρίση για να αναδείξει τις χρόνιες αδυναμίες της οικονομίας μας και να μας βυθίσει σε μία ύφεση από την οποία δεν πρόκειται να εξέλθουμε εάν δεν αλλάξουμε τελείως ρότα.

Ποιος λοιπόν από τους αυτόκλητους σωτήρες μας θα μας σώσει; Ποιος μιλάει σήμερα για μακροπρόθεσμη προοπτική; Ποιος δεσμεύεται ότι θα τιθασεύσει τη γραφειοκρατία και την πολυνομία, την αδιαφάνεια και τη διαφθορά; Ποιος υπόσχεται ότι θα ελέγξει τις αμυντικές δαπάνες και θα επενδύσει στην παιδεία και στην υγεία, οι οποίες δεν αποτελούν μόνο κοινωνικά αγαθά αλλά και μοχλούς ανάπτυξης; Ποιος θα ολοκληρώσει σε σύντομο χρόνο την καταγραφή της ακίνητης περιουσίας τόσο του Δημοσίου όσο και των ιδιωτών, ολοκληρώνοντας έργα αναγκαία, όπως το Κτηματολόγιο και το Περιουσιολόγιο του Δημοσίου; Ποιος θα πατάξει τη φοροδιαφυγή και θα εδραιώσει την φορολογική δικαιοσύνη; Ποιος θα τιμωρήσει όσους καταχράστηκαν δημόσιο χρήμα για να ικανοποιηθεί αφενός το κοινό περί δικαίου αίσθημα και για να παραδειγματίσει αφετέρου όσους σκέφτονται κάτι τέτοιο; Ποιος θα φέρει παραγωγικές επενδύσεις στη χώρα με μακροπρόθεσμη στόχευση; Ποιος θα ακολουθήσει μία σώφρονα ενεργειακή πολιτική, αξιοποιώντας και τους πόρους της Χώρας που κάποιοι εξακολουθούν να αμφισβητούν; Ποιος θα μεριμνήσει για την απόδοση ταχείας και αποτελεσματικής δικαιοσύνης; Ποιος θα απελευθερώσει το χειμαζόμενο παραγωγικό δυναμικό της Χώρας, με την παροχή κινήτρων, τη διάνοιξη νέων εμπορικών οδών, την υγιή χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, την προαγωγή της καινοτομίας; Ποιος θα δημιουργήσει τα περίφημα one stop shops για να απογειώσει την επιχειρηματικότητα; Ποιος θα αποκεντρώσει το υδροκέφαλο κράτος, θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής των πολιτών; Ποιος θα διαχειριστεί τα απορρίμματα, θα καθαρίσει τα ποτάμια, θα προστατεύσει την πανίδα και την χλωρίδα, τα δάση, τις ακτές και τις θάλασσες; Ποιος θα ενισχύσει την απασχόληση, με πραγματικές καλοπληρωμένες δουλειές πλήρους απασχόλησης; Ποιος θα επιβάλει την τάξη και το Νόμο; Και πάνω και πέρα από όλα ποιος θα συγκρουστεί με δυνάμεις εντός και εκτός της Χώρας που ευνοούνται από τη σημερινή κατάσταση;

Το βέβαιο είναι: κανείς από τους υπάρχοντες σχηματισμούς. Η χώρα χρειάζεται έναν ηγέτη και μία ηγετική ομάδα που θα χαίρει ευρείας νομιμοποίησης και θα διαθέτει όραμα, ρεαλισμό και τεχνοκρατική αντίληψη στις κατάλληλες αναλογίες. Η ηγετική αυτή ομάδα δεν μπορεί να προέρχεται από τα γερασμένα και απαξιωμένα κόμματα. Δεν θα αποτελείται από επαγγελματίες πολιτικούς και δεν θα αποφασίζει ερήμην του συνόλου.

Η αποχή λοιπόν δεν είναι φυγομαχία ούτε ιδιώτευση ειδικά όταν είναι τόσο μαζική. Είναι μία κραυγή απόγνωσης. Ως τέτοια όμως δεν μπορεί παρά να αποτελεί το πρώτο στάδιο στην αντίδραση της κοινωνίας έναντι της συντήρησης και της διαιώνισης της ανεπάρκειας των υφιστάμενων πολιτικών δομών. Είναι βέβαιο ότι μακροχρόνια δεν μπορεί να έχει καμία αξία. Άρα για να πιάσει τόπο η υπεύθυνη αυτή στάση πρέπει να μετεξελιχθεί σε θετική στάση. Σε διαφορετική περίπτωση η προσφορά των απεχόντων θα εξαντληθεί στην καταγγελία και στη λοιδορία της αναντίρρητης ανεπάρκειας του υφιστάμενου πολιτικού κατεστημένου, την οποία έχουν αναλάβει εργολαβικά και με το αζημίωτο μέσω των εκπομπών τους σε διαπλεκόμενα μέσα διάφοροι διασκεδαστές ή «μαχητές» της αλήθειας, οι οποίοι αν και κατά βάση υπηρετούν τη σάτιρα ή τη δημοσιογραφία αντίστοιχα, στην ουσία εξυπηρετούν το σύστημα κατά του οποίου βάλλουν, όπως προκύπτει τόσο από τις παρέες τους όσο και από τα υπόλοιπα των τραπεζικών τους λογαριασμών.

Με άλλα λόγια όσοι απέχουν και πιστεύουν ότι εκείνοι θα τα καταφέρουν καλύτερα θα πρέπει να βγουν μπροστά και να διεκδικήσουν την ψήφο των συμπολιτών τους. Για να το κάνουν αυτό με επιτυχία πρέπει να απομακρυνθούν από τα υπάρχοντα κόμματα, τόσο τα κόμματα εξουσίας όσο και τα κόμματα διαμαρτυρίας που δεν προτείνουν ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση. Είναι βέβαιο ότι στα κόμματα αυτά υπάρχουν άνθρωποι ικανοί με ειλικρινή διάθεση για προσφορά. Οι περισσότεροι όμως ξοδεύουν την ενέργεια τους σε διεργασίες και «ζυμώσεις», προσωπικές προοπτικές και άλλες τέτοιες ανοησίες.

Στη φάση που είμαστε τώρα δεν υπάρχουν περιθώρια για αυταπάτες. Η έξοδος από την κρίση απαιτεί τις περίφημες διαρθρωτικές αλλαγές που ακούμε και δεν βλέπουμε και την υιοθέτηση ενός τελείως διαφορετικού μοντέλου ανάπτυξης που θα ευνοεί τις εξαγωγές και θα αναδείξει νέες παραγωγικές δυνάμεις. Αυτό απαιτεί όχι μόνο λιγότερο αλλά και καλύτερο κράτος, κάτι που δεν μπορεί να προκύψει από τη μία στιγμή στην άλλη. Χρειάζεται μία μακροπρόθεσμη εθνική πολιτική, η οποία απαιτεί ευρεία κοινωνική συναίνεση. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί μία εξίσου ευρεία αναδιανομή του εθνικού πλούτου, ο οποίος έχει πλέον υπερσυσσωρευθεί στα χέρια μίας ελίτ που δεν υπερβαίνει το 2-3% του πληθυσμού και σε μία μεγαλοαστική τάξη που υπηρετεί αυτή την ελίτ και η οποία με τη σειρά της δεν ξεπερνά το 15% του πληθυσμού. Με άλλα λόγια, σε μία κοινωνία όπου λιγότερο από το 1/4 του πληθυσμού ελέγχει όλο τον πλούτο και ο υπόλοιπος λαός είτε απλώς επιβιώνει οριακά είτε έχει πέσει πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας είναι αδύνατη η επίτευξη της απαιτούμενης συναίνεσης και της αναγκαίας συνοχής.

Μία τέτοια προσπάθεια, αντίθετα από την κρατούσα άποψη, θα έχει έντονα ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Αυτή η ιδεολογία όμως δεν θα στηρίζεται πλέον στην τρέχουσα κατηγοριοποίηση μεταξύ αριστερών – κεντρώων – δεξιών που συνιστά άλλη μία αγκύλωση του παρελθόντος, η οποία πρέπει να εκριζωθεί. Όσο αναχρονιστικό είναι να πιστεύει σήμερα κανείς στην Αόρατη Χείρα της Αγοράς του Adam Smith άλλο τόσο ατελέσφορο είναι να προσεγγίζει κανείς την κίνηση των πολιτικών ιδεών με όρους Γαλλικής Επανάστασης. Η αναγέννηση της Χώρας δεν θα προκύψει φυσικά από παρθενογένεση. Σίγουρα όμως θα χρειαστεί φρέσκες ιδέες και πρακτικό πνεύμα. Λιγότερα λόγια και περισσότερα έργα. Διευρυμένες πλειοψηφίες και δημοκρατικό διάλογο.

Επίσης, οποιαδήποτε προσπάθεια προς την κατεύθυνση της βελτίωσης των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών στη Χώρα μας πρέπει να είναι ολιστική και όχι αποσπασματική. Το να υποστηρίζει κανείς, φερ’ ειπείν, ότι το πρόβλημα είναι η φοροδιαφυγή είναι ημιτελές αφού η στέρηση ιδιωτικών πόρων μέσω της φορολογίας για την τροφοδοσία ενός αδηφάγου, διεφθαρμένου και αντι-παραγωγικού κρατικού μηχανισμού θα είναι χαμένος κόπος. Αντίστοιχα, αν πιστεύει κανείς ότι οι ένοπλες δυνάμεις είναι αντιπαραγωγικές και ο ένας στους τρεις δημοσίους υπαλλήλους περιττός και άρα θα πρέπει να απολύσουμε 300.000 ανθρώπους από το Δημόσιο και να τους προσθέσουμε στο 1 εκ. των ανέργων του ιδιωτικού τομέα, έχει προφανώς Πάν…καλο στον εγκέφαλο.

Οποιαδήποτε οικονομική πολιτική που θα έχει ως στόχο την ανάπτυξη και την αναδιανομή του πλούτου είναι αδύνατο να εφαρμοστεί κάτω από την πίεση του δυσθεώρητου δημοσίου χρέους και του ετήσιου ελλείμματος του κρατικού προϋπολογισμού που παραμένει υψηλό, πολύ δε περισσότερο υπό τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των διεθνών αγορών και των τοποτηρητών τους, εγχώριων και ξένων. Είναι θλιβερό να ακούει κανείς την Κυβέρνηση να θέτει ως εθνικό στόχο τη δυνατότητα της χώρας να δανείζεται και πάλι με αξιοπρεπείς όρους από την αγορά. Πρόκειται για μια τρομακτική ομολογία αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής όλων των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης. Παρόλο που είναι σαφές ότι η λαίλαπα της οικονομικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου που υπερδιπλασίασε το δημόσιο χρέος μέσα σε 8 μόλις έτη φέρει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τον εκτροχιασμό των δημοσίων δαπανών και των δυσθεώρητων ελλειμμάτων που έφεραν τη χώρα μας στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, καμία κυβέρνηση μετά τον Ανδρέα (ούτε η βραχύβια τελευταία του ιδίου) δεν έκανε τίποτα για να αλλάξει την πορεία της οικονομίας. Όλοι αναλώθηκαν σε δημιουργική λογιστική και επικοινωνιακά τρυκ.

Το Κόμμα της Αποχής λοιπόν έχει πολύ δρόμο να διανύσει πριν να είναι σε θέση να πανηγυρίσει για την πρόσφατη εκλογική του νίκη. Η βασική μας υποχρέωση παραμένει να αναδείξουμε μία ηγετική ομάδα και έναν άνθρωπο του οποίου η δουλειά θα είναι να γίνει αυτό που ο πεντάχρονος γιος μου εσφαλμένα νόμισε ότι είναι σήμερα ο Γιώργος (ή όπως αλλιώς τον λένε) Παπανδρέου, όταν τον είδε μία μέρα στην τηλεόραση: ο Αρχηγός της Ελλάδας.